Καθαρός είν’ μοναχά ο άπραγος

papamarkos.jpg

Δεν είναι ούτε 32 χρόνων ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, κι όμως, τούτη η συλλογή των εννέα συνταρακτικών ιστοριών για βετεράνους του 1922, υπό τον τίτλο Γκιακ, είναι κιόλας το τέταρτο βιβλίο του | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

«Συ προτού να μπλιέξεις με το οτιδήποτες να το σκεφτείς με τον εαυτό σ’ με το τι θες να βρωμιστείς. Γιατί καθαρός δεν είν’ κανένας, μοναχά ο άπραγος».

Η τραχιά προφορική γλώσσα στις ιστορίες του Δημοσθένη Παπαμάρκου σε καθηλώνει. Και σε υποχρεώνει να ακούσεις ασήκωτες αλήθειες, για Ελληνες στρατιώτες που πήγαν στον Μικρασιατικό Πόλεμο και γύρισαν «άλλοι» στα ρουμελιώτικα χωριά τους. Παρακολουθείς αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο για σκοτωμούς εν ψυχρώ και για γδικιωμούς, και δεν σε πιάνει ούτε αηδία ούτε φόβος ούτε οργή ούτε θρήνος· μόνο σφίξιμο και ντροπή. Και τότε αρχίζεις να σκέφτεσαι τι σημαίνει να σκιάζει τη ζωή σου ο νόμος του αίματος: το «γκιακ». Και τι σημαίνει να αλλάζεις κανόνες ζωής.

«Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να επανενταχτούν στις κοινωνίες προέλευσής τους· είναι πια παρίες» σχολιάζει στην «Εφ.Συν.» ο συγγραφέας. «Εχει συντελεστεί μέσα τους μια αλλαγή που τους ωθεί σε σύγκρουση με τις κοινότητές τους· μια σύγκρουση που δεν προέρχεται από κάποιο ορθολογικό αίτημα για ένα διαφορετικό μοντέλο ζωής, αλλά από ένα πηγαίο συναίσθημα που απελευθερώνεται με άλλο τρόπο για τον καθένα».

Δεν είναι ούτε 32 χρόνων ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, κι όμως, τούτη η συλλογή των εννέα συνταρακτικών ιστοριών για βετεράνους του 1922, υπό τον τίτλο Γκιακ, είναι κιόλας το τέταρτο βιβλίο του. Υποψήφιος, σήμερα, διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με ρίζες αρβανίτικες από τη Λοκρίδα, εμφανίστηκε στα γράμματα 15 χρονώ με ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, την Αδελφότητα του πυριτίου (Αρμός 1998), και ακολούθησαν δύο βιβλία (Κέδρος) με στοιχεία λογοτεχνίας του φανταστικού. Το καινούργιο του, που κυκλοφόρησε από τον καινούργιο εκδοτικό οίκο Αντίποδες, είναι τελείως διαφορετικό, ιδιαίτερα ώριμο, και ενώ εμπνέεται από μια έννοια του εθιμικού δικαίου (γκιακ = αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή), τροφοδοτεί τον αναστοχασμό για πολύ επίκαιρες καταστάσεις.

«Ολα τα σύγχρονα έθνη-κράτη έχουν την αντίστοιχη Μικρασία τους, και δεν έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζουν ως κοινωνίες», μου επισημαίνει ο Παπαμάρκος. «Αρκεί να σκεφτούμε τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Μέση Ανατολή κ.α. Οι στρατιώτες που πολέμησαν εκεί είναι θύματα αυτής της κατάστασης, μάρτυρες που φέρουν στους ώμους τους τις αμαρτίες μας.

»Οι κοινωνίες μπορεί να κινητοποιούνται για να σταλεί στρατός, αλλά ποτέ δεν παίρνουν την ευθύνη για το τι θα κάνει ο στρατός. Κατακρίνουμε τους στρατιώτες για τις ωμότητές τους και την αποκτήνωσή τους, αλλά δεν σκεφτόμαστε ποτέ ότι ένας άνθρωπος που τον ρίχνεις σαν αλεξιπτωτιστή σε έναν πόλεμο, δεν μπορεί να σπάσει μόνος του τον φαύλο κύκλο της βίας.

»Οι ιστορίες μου, λοιπόν, απευθύνουν έμμεσα και ένα “κατηγορώ” προς τις “κοινωνίες των πολιτών” που στέκονται ψύχραιμες, με τεντωμένο δάχτυλο προς εκείνους που άθελά τους αναλαμβάνουν τις βρόμικες δουλειές τους, από τους πολέμους έως την κατάφωρη εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας για λογαριασμό μεγάλων βιομηχανιών που παράγουν ψηφιακές συσκευές κ.λπ.».

Η κοινωνική υποκρισία προς τον βετεράνο και η τραυματική εμπειρία του, που αποκρυσταλλώνεται σε μια νέα στάση ζωής, αναδεικνύονται μέσα από τον «Νόκερ», στην τελευταία, εξαιρετική ιστορία του βιβλίου.

Ο νόκερ

Ο άγνωστός μας αφηγητής, φρέσκος μετανάστης, τον συναντά στα μέσα του ’50 στο Σικάγο, χαμένο απ’ όλους. Κι όταν σπάει τη σιωπή του, τον ακούει να του αποκαλύπτει ότι εδώ και τριάντα χρόνια δουλεύει «νοκέρης» στα κεντρικά σφαγεία της αμερικανικής βιομηχανίας κρέατος: αυτός χτυπά τα μοσχάρια στο δοξαπατρί με τη βαρειά. Είχε πάει στη Μικρασία, αφού πολέμησε στη Ρωσία και στους πολέμους με τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Δέκα χρόνια τον κράτησαν στο στρατό. «Αντρας δεν έγινα με τη δουλειά αλλά με το σκοτωμό…». Οταν επιτέλους επέστρεψε το 1922, είχε μετάλλιο επ’ ανδραγαθία κι έγινε ο ήρωας του χωριού του. Αμέσως ο πατέρας του έστησε γιορτές, όμως εκείνος τρόμαξε τους πάντες επειδή τους διηγήθηκε με συνταρακτικές λεπτομέρειες τα φρικτά γεγονότα στα οποία πρωτοστάτησε. «Στο δικό μ’ το σπίτ’ ήμανε σα λεπρός…». Και τότε κατάλαβε ότι «η βρομιά θα μ’ ακολούθαγε». Ετσι έφυγε μετανάστης, και μόνο στο Σικάγο, όπου δεν τον γνώριζε κανείς, λευτερώθηκε. Ομως όχι εντελώς. Υπήρξε killer, και έγινε knocker. Είχε εθιστεί στο αίμα, κι ο αρραβώνας του έσπασε. Αλλά οι δικοί του, που τον απέρριψαν, ήσαν μια χαρά βολεμένοι με τα δολάρια που τους έστελνε κάθε μήνα…

 

Αλήθεια βαθύτερη από την πραγματικότητα

Το πολύ ενδιαφέρον με το λογοτεχνικό εγχείρημα του Παπαμάρκου είναι ότι ως συγγραφέας, συνειδητά δεν αναζήτησε ούτε διάβασε ιστορικές μαρτυρίες στρατιωτών. Διάλεξε να αφεθεί στον απόηχο όσων είχε ακούσει στο χωριό του από συγγενείς ή γνωστούς βετεράνων, και να λειτουργήσει διαισθητικά. Ετσι κατάφερε να ανασυστήσει μιαν αλήθεια βαθύτερη και πλουσιότερη από την πραγματικότητα. Αλλωστε είχε και τα κατάλληλα επιστημονικά εφόδια, εφόσον στη διατριβή του εξερευνά ακριβώς «τις σχέσεις και τις συμπεριφορές των ξένων στρατιωτών προς τους ντόπιους στις ελληνικές πόλεις της ελληνιστικής Μικράς Ασίας». Από εκεί και πέρα, με το τέχνασμα των εναλλασσόμενων αφηγητών που αφηγούνται-μια-αφήγηση, και με τη χρήση της ζωντανής ρουμελιώτικης διαλέκτου, που έχει μεγαλύτερη δραματική ένταση από μια στρέιτ δημοτική, καταφέρνει οι πρωταγωνιστές του να γίνονται απόλυτα πειστικοί.

Ετσι, πείθει ο μπαρμπα-Κώτσος που «πιο κι από γυναίκα» τού λείπει η γλύκα της αιματηρής εκδίκησης (στο «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί»). Ετσι κι ο Τάκης, που μακέλεψε τον βιαστή της αδελφής του, συγκινεί (στο «Ντο τ’ α πρες κοτσσιδέτε») όταν παραδέχεται: «Ξεμάθαμε να ’μαστε αθρώποι». Και έτσι το «Γυάλινο μάτι» -ένα δικό μας Μυστικό του Brokeback Mountain– γίνεται σπαραχτικό με τις ταπεινωτικές εξουσιαστικές συμπεριφορές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων· συμπεριφορές που, όταν οι στρατιώτες θα επιστρέψουν τσακισμένοι, επεκτείνονται στις δικές τους προσωπικές ζωές.

 

Αντίποδες

Το Γκιακ προσεγγίζει τους «ήρωες» ως θύματα του κοινωνικού ρόλου τους. Και οι Αντίποδες, ως εκδοτικός οίκος, θέλουν να κοιτάζουν τον κόσμο από την ανάποδη και να παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο με έναν γόνιμο συνδυασμό τίτλων λογοτεχνικών και θεωρητικών (πολιτικής φιλοσοφίας, ιστορίας, φιλολογίας). Οι 35άρηδες ιδρυτές τους, ο Κώστας Σπαθαράκης και ο Θοδωρής Δρίτσας, μέλη της συντακτικής ομάδας του περιοδικού αριστερής κριτικής Λεύγα, έδωσαν ήδη το στίγμα τους σχεδιάζοντας βιβλιοφιλικά αλλά φτηνά βιβλία και προτείνοντας έργα αντισυμβατικά. Ετσι, μαζί με το Γκιακ, πρωτο­κυκλοφόρησαν στα ελληνικά τη σατιρική νουβέλα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ Καρδιά σκύλου (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου), «…διότι ακριβώς στην κρίση χρειάζεται να αναστοχαζόμαστε τι συμβαίνει γύρω μας».