Και με το φως του… ήλιου καταγράφονται

gata.jpeg

 TasosVrettos

Λίγο καιρό μετά την αγγλική μετάφραση του θρυλικού πρώτου της μυθιστορήματος και εν αναμονή της ολοκλήρωσης της επικής τριλογίας [«Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές» (2009), «Ο θάνατος ήρθε τελευταίος» (2001)], με την εκπνοή της επταετίας που συνήθως σημαδεύει την έκδοση ενός ζατελικού μυθιστορήματος, η συγγραφέας εμφανίζεται μ’ ένα «παράξενο και απρόσμενο βιβλίο».

Οπως σημειώνει η ίδια στον πρόλογο, πρόκειται για επιλογή από ένα τεράστιο corpus ονείρων τα οποία η ίδια κατέγραφε -πάντα μόλις ξυπνούσε- εδώ και χρόνια σε ομοιόμορφα τετράδια. Αλλά τι γλώσσα μιλάει το ονειρικό ασυνείδητο; Τι σχέση έχει η αφήγηση ενός ονείρου με την ίδια την ονειρική εμπειρία; Τι χάνεται στην καταγραφή ενός ονείρου; Τι σημαίνει ελάχιστη επεξεργασία τόσο κατά τη διαδικασία της πρώτης καταγραφής όσο και πριν από την έκδοσή τους;

Ζυράννα Ζατέλη «Τετράδια ονείρων» Καστανιώτης, 2017 Σελ. 240 Ζυράννα Ζατέλη «Τετράδια ονείρων» Καστανιώτης, 2017 Σελ. 240 |
H Ζατέλη, φυσικά, δεν ισχυρίζεται ότι πέτυχε το ακατόρθωτο. Γνωρίζει ότι κάθε ενσυνείδητη προσπάθεια να μεταφράσει την εικονοπλασία των ονείρων ή να την αντιστοιχήσει με την πραγματικότητα είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Μπορεί να αναρωτιέται [«Πώς λέγονται πράγματα που δεν λέγονται; Που μόνο στα όνειρα συμβαίνουν και είναι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;» (26 Ιανουαρίου 1999)], να γνωρίζει τις δυσκολίες του εγχειρήματος [«Ηταν κάτι πολύ εντυπωσιακό, πολύ φαντασμαγορικό, αδυνατώ να το περιγράψω - εκτός κι αν αντί για λέξεις είχα στο χέρι μου αυτούσιες εικόνες. Αλλά και πάλι» (15 Μαρτίου 1999)], να έχει βιώσει την κυρίαρχη αμφιβολία [«Αν συνέβαινε στην πραγματικότητα, αν ήμουν ξύπνια, αν ήμουν ζωντανή. “Πω-πω”, σκέφτηκα, “πώς γίνεται να μου φαίνεται σαν όνειρο ενώ είμαι ξύπνια;” (Και ήταν όνειρο.)» (18 Μαΐου 1997)], αλλά, παρ’ όλα αυτά, τολμά να βυθιστεί στον χώρο του άρρητου και να αποπειραθεί να καθηλώσει στο χαρτί στιγμές από το ανέκφραστο.

Πρόκειται κυρίως για εφιαλτικά, ελλειπτικά οράματα και αινιγματικές ονειροπολήσεις, στοιβάδες ονείρων, όνειρα μέσα στα όνειρα, γεμάτα χρονικές ανακολουθίες, αναμηρυκασμούς και αλληλοδιεισδύσεις σκηνών. Κάποια διατηρούν μια έλλογη ακολουθία, κάποια παραμένουν και στην καταγραφή τους ακατανόητα, κάποια ξεχνιούνται αφήνοντας απλώς το μετείκασμά τους στη μνήμη: μια ακαθόριστη πνιγηρή αίσθηση (το αίσθημα κυριαρχεί της εικόνας), μια δυσάρεστη μυρωδιά, ένας άγνωστος ήχος (το ρέψιμο που γίνεται αναφιλητό, το κλάμα που γίνεται γέλιο). Πολλά όνειρα παραμένουν βουβά, άλλα καλύπτονται από ένα αστραπιαίο ακουστικό συμβάν. Κάποιες φορές ο ονειρευτής δεν θυμάται τους διαλόγους ή οι πρωταγωνιστές χρησιμοποιούν άγνωστες λέξεις, αλλού οι λέξεις, αν και κατανοητές στο όνειρο, δεν ρηματοποιούνται στη γλώσσα της συνείδησης.

Δειλινά και ξημερώματα, από την Πορτογαλία στο Σοχό και από το Παρίσι στην Αθήνα, σε λυκόφωτα, «σαγηνευτικά, συγκινητικά, σκοτεινότροπα και κάπως φοβιστικά» τοπία ψυχής («κόλαση και παράδεισος μαζί»), σκιερά δέντρα, μπαούλα θησαυρών, βάλτοι και δάση, ταξίδια, αναχωρήσεις και αφίξεις, μαύρα σύννεφα και πυκνές χιονοπτώσεις, ορμητικά ποτάμια και φουρτουνιασμένες θάλασσες, απόκρημνα βουνά και σκοτεινές σπηλιές, μνήματα και σταυροδρόμια, μυστικοί κήποι, πατάρια και κρυφές γωνιές, λαβυρινθώδη σπίτια (όπως το πατρικό), ελικοειδείς σκάλες που κατεβαίνουν ή ανεβαίνουν σε τρομερά υπόγεια και επικίνδυνες γέφυρες, βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και βαριά χειρόγραφα, δαχτυλίδια και κοσμήματα, καθρέφτες, τσεκούρια και ψαλίδια, βελόνες και κλωστές, πουλιά και έντομα, εφτάψυχες γάτες, κοράκια και ερπετά σε διαρκείς μεταμορφώσεις, σαλτιμπάγκοι, μάγιστροι και αλχημιστές, ερμαφρόδιτοι και σιαμαίοι, γιατροί με μάσκες χειρουργείου, η πατρική και η μητρική φιγούρα, μακρινοί και κοντινοί συγγενείς -συχνότερα από την άλλη πλευρά της Αχερουσίας-, φίλοι και εραστές, νεκρά μωρά και άρρωστα παιδιά δίπλα σε άγνωστα -πλην οικεία- πρόσωπα, αλλά και ο Νικ Κέιβ, ο Κάφκα, ο Ρεμπό, ο Νίτσε, ο Ντοστογιέφσκι και ο Πόου, ο Χιούστον ως Νώε, ο Κλαρκ Γκέιμπλ και η Κιμ Νόβακ, ο Ρόμπερτ Μίτσαμ και ο Τζέιμς Στιούαρτ, ο Μποντλέρ και ο Παπαγιώργης, πίνακες του Ρέμπραντ και του Μπαλτίς, ο Μάρκες με μαύρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι, ο πρόξενος Φέρμιν από το «Κάτω από το ηφαίστειο», ήρωες από τους «Λύκους», όπως ο Ησύχιος, η Ιουλία και η Φεβρωνία, και, φυσικά, ο εαυτός σε άλλες/όλες τις ηλικίες, ζωντανός ή νεκρός…

Η αναμενόμενη, πλην υποβλητική, εικονοποιία τους (τα έντονα χρώματα απλώς τονίζουν την κυριαρχία του μαύρου και των αποχρώσεων του γκρι) δίνει την αίσθηση ονείρων άγχους, απελπισίας και απογοήτευσης. Και έτσι είναι. Πρόκειται ωστόσο και για συγγραφικά, επίσης, και δημιουργικά όνειρα, που η ίδια φροντίζει να υπομνηματίσει συσχετίζοντάς τα με τη ζωή και τη δημιουργία της, συχνά προχωρώντας (κινούμενη μεταξύ λαϊκής ερμηνευτικής -όπου το όνειρο φανερώνει το μέλλον- και της φροϊδικής αμφίσημης διττότητας) στην απόπειρα ερμηνείας, ακολουθώντας ελεύθερα τους συνειρμούς που αυτά γεννούν. Κάποια απ’ αυτά βρίσκουν ολοφάνερα διέξοδο στο έργο της: «Γι’ αυτό τα πέρασα στο βιβλίο, για να λυτρωθούμε λιγάκι» (15 Οκτώβρη 1997).

Κι έτσι πρέπει να προσεγγίσει κανείς τη συλλογή. Ως πρόπλασμα του μαγικού-μυθολογικού κόσμου της Ζατέλη, όπου η μαγεία, η φανταστική διήγηση και η παραμυθητική αφήγηση συνυπάρχουν, και να διαβάσει τα όνειρα ως γοητευτικές καταβυθίσεις στην πρωταρχική ύλη της πεζογραφίας της, ως καλειδοσκοπικές μινιατούρες του δικού της χαρακτηριστικού μαγικού ρεαλισμού, ως πυρήνες εκείνων των χαρακτηριστικών μαγικών μικροϊστοριών που, θεριεύοντας και διακλαδιζόμενες με κάθε τρόπο, συγκροτούν χαλαρά αυτά τα επικών διαστάσεων μυθιστορήματα, στα δίχτυα των οποίων αιχμαλωτίστηκαν ήδη οι φανατικοί αναγνώστες της από το μακρινό «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» (1993) μέχρι σήμερα. Είναι αλήθεια, τέλος, ότι σε κάποια από αυτά διακρίνονται επίσης οι αρετές της διηγηματογράφου Ζατέλη, που τα καταφέρνει εξίσου καλά όταν περιορίζει την αφηγηματική αναπνοή της.

Κάθε μυθοπλασία είναι ένα όνειρο που μετά οργανώνεται σε αφήγημα, λέει ο Αχιλλέας Κυριακίδης κλέβοντας ασύστολα τον Κρίστιαν Γκρέινβιλ, ο οποίος με τη σειρά του είχε κλέψει τον Μπόρχες, ο οποίος είχε λεηλατήσει ανελέητα κάθε μεγάλο ονειρευτή από τον Αρτεμίδωρο ώς τον Σβέντενμποργκ.

Νομίζω ότι, με αυτή τη συλλογή, η Ελληνίδα Σεχραζάτ (κατά τον ευφυή χαρακτηρισμό του Σπύρου Τσακνιά) προσυπογράφει τη φημισμένη ρήση και προσθέτει το όνομά της στον ατέλειωτο κατάλογο των συστηματικών ονειρευτών που διερευνούν τον ύπνο ως θάνατο ή ως διάνοιξη σε έναν άλλο, «δημιουργικό» κόσμο. «Οι συγγραφείς […] γνωρίζουν ένα σωρό πράγματα μεταξύ ουρανού και γης, που τα αγνοεί παντελώς η σχολαστική μας παιδεία», έλεγε ο Φρόιντ, που θεωρούσε τα όνειρα τη βασιλική οδό προς το ασυνείδητο.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας