Η πρόταση του συγγραφέα-περφόρμερ

Ηταν 33 χρόνων όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται πως η υποψιασμένη ποίηση μπορεί να σωματοποιηθεί και να απλωθεί μέχρι τις παρυφές του θεάτρου και των εικαστικών τεχνών· πως ένας στίχος με νόημα εκλύει μια πρωτόγνωρη ενέργεια όταν γίνεται ακρόαμα και εικόνα. Σήμερα, στα 46 του, ο συγγραφέας Βασίλης Αμανατίδης έχει εδραιωθεί ως κορυφαίος ποιητής-performer.

Και έχει καταφέρει να πείσει τόσο το λογοτεχνικό σινάφι όσο και το νεανικό κοινό ότι στους χαλεπούς καιρούς μας η ελληνόφωνη ποίηση μπορεί να γίνει pop! «Είμαστε εδώ για να είμαστε με τους άλλους», λέει στην «Εφ.Συν.».

Περσόνα της Θεσσαλονίκης, με σπουδές Αρχαιολογίας και μεταπτυχιακό στην Ιστορία της Τέχνης, με θητεία curator (επιμελητή) στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και τρέχουσα μεταφραστική και κριτική δραστηριότητα, ο Αμανατίδης έγινε ευρύτερα γνωστός το 2014 με το μ_otherpoem: μόνο λόγος (Νεφέλη). Πρόκειται για μια σκληρή, σπονδυλωτή, αφηγηματική ποιητική σύνθεση με θέμα το μητρικό χάος, η οποία έσπασε το φράγμα του μικρού κοινού της ποίησης κάνοντας δεύτερη έκδοση.

Φέτος ο Αμανατίδης επιμελήθηκε το διήμερο 3ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών στο πλαίσιο της 13ης Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης (12-15/5), και το οργάνωσε με πνεύμα δημιουργικό, καταφέρνοντας να ξεπεράσει τη συντεχνιακή αντίληψη που είχε κυριαρχήσει στην περσινή Διεθνή Εκθεση, διανθισμένη με κάποια θλιβερά επεισόδια.

Η ιδέα του ήταν να στήσει μια ανοιχτή και ταυτόχρονα προστατευμένη «φωλεά» στο πατάρι («Εξώστης») του περιπτέρου 15 της Hellexpo. Το ευρύτερο κοινό δεν ανταποκρίθηκε πολύ θερμά (ίσως επειδή η φωλεά δεν διαφημίστηκε καθόλου).

Ωστόσο, αυτό το πειραματικό «nestival» διαμόρφωσε ένα πρώτο κύτταρο όπου διασταυρώθηκαν πολύ διαφορετικοί/ές μεταξύ τους συγγραφείς με μέσο όρο ηλικίας 32-33 χρόνων, παρουσίασαν το ποιητικό ή πεζογραφικό έργο τους και συζήτησαν τους προβληματισμούς τους σε σχέση με τους τρόπους της γραφής, τον ρόλο και τους στόχους της στις κρίση-μες μέρες μας.

Σε ένα τοπίο όπου οι λογοτεχνικές παρέες διαμορφώνονται σχεδόν μόνο μέσα από το διαδίκτυο, στο fb ή στην μπλογκόσφαιρα, έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η πρωτοβουλία του Αμανατίδη που υποστήριζε τη διάδραση πεζογραφίας - ποίησης και πρόβαλε στο γενικό κοινό 18 καινούργιες αξιοπρόσεκτες φωνές. Είναι σίγουρο ότι η μαραθώνια περφόρμανς που οργάνωσε μπορεί να έχει πολλές προοπτικές.

«Αυτή τη στιγμή στην ελληνόφωνη λογοτεχνία υπάρχει υπερδραστηριότητα και εγρήγορση», επισημαίνει σε έναν πρώτο απολογισμό για την «Εφ.Συν.». «Υπάρχουν πολλοί καλοί συγγραφείς που μέσα από διαδικασίες αναχωρητισμού, και όχι μέσα από το main stream, σχολιάζουν το απόλυτο σήμερα είτε καταπρόσωπο είτε πλαγίως.

Το πολιτικό και κοινωνικό παρόν έχει ξαναγίνει θέμα της λογοτεχνίας και οι συγγραφείς αισθάνονται ότι η λογοτεχνία έχει έναν ρόλο να παίξει. Ακούω ενστάσεις ότι το κοινό είναι μικρό. Ομως, μπορώ να βεβαιώσω ότι τουλάχιστον η ποίηση ναι μεν δεν έχει εξάπλωση στην αγορά, αλλά έχει γίνει η τέχνη της απέραντης μειοψηφίας».

Ο Αμανατίδης είχε μελετήσει το έργο των καλεσμένων του με τη σοβαρότητα του φιλόλογου. Και με την υποβλητική φωνή μπάσου που διαθέτει, εγκαινίασε την περφόρμανς των «Νέων λογοτεχνών» παρουσιάζοντας εναλλάξ με τη σκηνοθέτιδα Σοφία Καρακάντζα, υπό τους σχολιαστικούς ήχους ενός βιολιού, ένα δραματουργικά επεξεργασμένο «υφαντό»: ένα σύνθετο αφήγημα κεντημένο με επεισόδια ποιητικά ή μυθοπλαστικά από τα βιβλία τους. Αυτό το «υφαντό» έδινε το στίγμα τους, και τον ίδιο στόχο είχαν οι πολυφωνικές «επιτελέσεις» που οργάνωσε με ομάδα ηθοποιών.

«Η λογοτεχνική περφόρμανς δεν είναι μια ναρκισσιστική δραστηριότητα» εξηγεί. «Εκτίθεσαι ενώπιον των ανθρώπων, με τους ανθρώπους. Ενώνεσαι, συμμετέχεις και ενώνεις, χρησιμοποιώντας τα κείμενα ως βάση και το σώμα σου ως μέσο, προσθέτοντας ίχνη από διάφορες άλλες τέχνες, παρακολουθώντας το κοινό: πώς σου γυρνά πίσω το βλέμμα σου, τι σου φέρνει το τυχαίο.

Αυτή η υπόθεση θέλει συγκέντρωση και σκέψη, αλλά όχι πρόβες. Δεν υποκρίνεσαι. Είσαι ένα δοχείο ανοιχτό, κι αυτό που κάνεις είναι μια χειρονομία προς τον άλλον».

«Να επιμείνουμε ώστε να συγκροτηθούν νέα “Εμείς”»

Σε τι ελπίζετε τελικά; Τι είναι αυτό που σας κάνει να ζείτε μέσα σ’ αυτόν τον σημερινό ζόφο;

Αυτό το ερώτημα έθεσε ο Αμανατίδης στους «νέους λογοτέχνες» και στο ίδιο απαντά εδώ: «Οσο κι αν ο ζόφος επικρατεί, εσύ οφείλεις να κρατάς ζωντανό μέσα σου ένα κομμάτι παιδικό. Εχεις χρέος να ζήσεις, όπως έχεις χρέος, σχεδόν ηθικό, να δώσεις. Είμαστε εδώ για να είμαστε με τους άλλους».

Τι σημαίνει όμως αυτό, όταν το τοπίο είναι τόσο θολό; «Δεν μιλάμε για συγκυρία», συνεχίζει. «Μιλάμε για κατάσταση. Ζούμε μια κατάσταση μετα-μετα-καπιταλισμού, πραγματικού και την ίδια στιγμή φασματικού, που διογκώνεται, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ούτε για το σχήμα του ούτε για τη μορφή των ιδεολογιών ούτε για το αν θα συνεχίσουμε να λέμε ότι αυτό είναι Αριστερά. Καμιά φορά δεν ξέρουμε ούτε προς τα πού να στρέψουμε τα βέλη μας. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι δεν θα τους περάσει!»

Ποιοι είναι σήμερα απέναντί μας; «Είναι η τάση προς τη διάλυση των πραγμάτων που γνωρίζαμε ως τέτοια. Είναι η πορεία για την επανανοηματοδότησή τους. Πρέπει να είμαστε σε ένα είδος αγρυπνίας, να επιμείνουμε ώστε να συγκροτηθούν νέα “Εμείς”, ώστε τα “Είμαι”, “Είμαι”, “Είμαι”, να γίνουν περισσότερα “Είμαστε”.

Και σε όσους αντιδρούν, επειδή μέχρι τότε, λένε, θα χρειαστεί να περάσει μια γενιά, να απαντάμε πως πάντα θα έχει νόημα να τοποθετούμε τους εαυτούς μας σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Αντί να κλαιγόμαστε, ας αποδεχτούμε λοιπόν την πραγματικότητα ως στάδιο που οδηγεί στο στάδιο της δράσης».

Προς το συλλογικό

Για πολλά χρόνια, από τα 21 του που πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του στο περιοδικό «Εντευκτήριο», ο Αμανατίδης ξεχώριζε επιμένοντας στην έννοια του υβριδισμού, κάτι που μεταφραζόταν σε μια ποίηση που συνδύαζε μια ποπ εικονοποιία με μια δραματικότητα: τον Ντίσνεϊ με τον Μπέκετ ή τον Μπέικον.

Ομως μετά από το 2006, όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται το βιβλίο ως περφόρμανς, όταν έγραψε ποιήματα οπτικά ή με… σημειώσεις πριν τα hyper-links (Ποίηση για video games, εκδ. Νεφέλη κ.ά.), όταν έγραψε διηγήματα (Μη με φας και Ο σκύλος της Χάρυβδης, εκδ. Καστανιώτη), η γραφή του ωρίμασε. Και στο μ-otherpoem κατάφερε να ακροβατήσει με αριστοτεχνικό τρόπο ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό. Ενα παράδειγμα:

Εχω παράπονα από το απροσπέλαστο της μητέρας./ […]/ Η μητέρα δίνει και δίνει σε όλους, αλλά τίποτα δεν δέχεται, τίποτα απ’ αυτούς./ Ενδιάμεσα, φοβάται για όλους - έχει και αυτή μόνο κρυφά παράπονα./ Αυτά δεν εκφράζονται με λόγια, μόνο μέσα από τα μάτια της./ Από το στόμα της: άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε./ Από τα μάτια της: «πώς βγήκαν έτσι αυτά τα παιδιά;/ Πώς είναι έτσι αυτός, εκείνος, ο άλλος;» λέει.

Στη χώρα, η κατάσταση αυτή λέγεται πραγματικότητα.