Η πολιτική σκηνή και η πολιτισμικο-κοινωνική πραγματικότητα

tsipras.jpg

ΣΥΡΙΖΑ Στιγμιότυπο από την πολιτική εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ "ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ-ΠΡΟΧΩΡΑΜΕ",για τον ένα χρόνο διακυβέρνησης | EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Εδώ και μια πενταετία τουλάχιστον μέσα στις νέες συνθήκες που δημιούργησαν η κρίση ενός παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οι τραγικές συνέπειες που είχε στη χώρα μας με την επιβολή ενός ιδιότυπου καθεστώτος επιτροπείας «μνημονίων», ο κοινωνικός μας σχηματισμός έχει υποστεί τεκτονικές αλλαγές, τόσο σε πολιτισμικό-κοινωνικό πεδίο όσο και σε πολιτικό-κομματικό.

Ο πολιτικός χρόνος πύκνωσε με εντυπωσιακή ταχύτητα. Το πολιτικό σκηνικό των δύο κυρίαρχων πολιτικών μορφωμάτων της μεταπολιτευτικής περιόδου έχει ανατραπεί, είχε άλλωστε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 εξαντλήσει όλες τις προωθητικές του δυνάμεις.

Η από κοινού κυβερνητική διαχείριση της κρίσης, εις βάρος των συνεχώς διευρυνόμενων κοινωνικά στρωμάτων που πλήττονται από αυτήν, από τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, έχει εξαφανίσει τις μεταξύ τους παραδοσιακές πολιτικές αντιθέσεις, που ανάγονταν στα χρόνια του «Εθνικού Διχασμού», αποδεικνύοντας για δεύτερη φορά στην ιστορική μας εξέλιξη –η πρώτη ήταν στα χρόνια του εμφυλίου– ότι πρόκειται για δύο αστικές πολιτικές οικογένειες, πολιτικά διχασμένες αλλά κοινωνικά απόλυτα αλληλέγγυες.

Η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη φάση λειτουργίας του να συγκροτήσει ένα αριστερό σοσιαλιστικό κίνημα από τα πάνω, χωρίς τις ιστορικά ταξικές ρίζες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μετά τις εκλογές του 1985 σταδιακά εγκαταλείφθηκε μέσα από τις δελεαστικές συνθήκες της κυβερνητικής διαχείρισης και την κυριαρχία συνακόλουθα στο εσωτερικό του των παραδοσιακών πελατειακών συντεχνιακών σχέσεων και την επιστροφή του στον αστικό κεντρώο χώρο, από τον οποίο άλλωστε καταγόταν ο «χαρισματικός» του ηγέτης και η πλειονότητα της κοινοβουλευτικής του ομάδας.

Παράλληλα με την κρίση, νέες συνθήκες παραγωγής δημιούργησε η κυριαρχία μιας Γ΄ Βιομηχανικής Επανάστασης που επέφερε η σύνδεση πληροφορικής και τηλεματικής.

Σύνδεση στην οποία η γνώση και η πληροφορία αποτελούν μια νέα υλική δύναμη, που διαχέεται οριζόντια μέσα από πολλαπλά δίκτυα επικοινωνίας, οπότε η κλασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας εμπλουτίζεται με νέα δεδομένα: Τεράστια αύξηση των μισθωτών εργασιών στην παραγωγική βάση δημόσιου, ιδιωτικού, κοινωνικο-συνεταιριστικού τομέα, η παραδοσιακή εργατική τάξη και τα αγροτικά στρώματα συρρικνώνονται, τα μικροαστικά διευρύνονται και ταυτόχρονα χάνουν τη σχετική ευμάρεια που είχαν κατακτήσει, η ανεργία αυξάνει εντυπωσιακά και δεν αφορά μόνο τα εργατικά στρώματα.

Αυτές οι διαρθρωτικές δομικές αλλαγές δεν σημαίνουν βέβαια μείωση των εκμεταλλευτικών και αλλοτριωτικών διεργασιών, το αντίθετο μάλιστα, τις εντείνουν και τις εμπλουτίζουν, με νέες οξυνόμενες αντιθέσεις, οικολογικής καταστροφής, κλιματολογικών ανατροπών, λειψυδρίας, μεταλλαγμένων προϊόντων, νέων μορφών δουλείας και φονταμενταλιστικής βαρβαρότητας, πολέμων, ενός πρωτοφανούς κύματος μετανάστευσης και μιας τεράστιας ανθρωπιστικής κρίσης, σε τοπικό, ευρωπαϊκό, παγκόσμιο επίπεδο!

Επακόλουθο αυτών των διεργασιών στο εσωτερικό της χώρας, η άμβλυνση των παραδοσιακών πολιτικών εντάξεων κυρίως των μικροαστικών στρωμάτων, σταθερής δεξαμενής ψηφοφόρων των δυο αστικών πολιτικών σχηματισμών και των συνακόλουθων κομματικών φανατισμών. Ενώ η ταυτόχρονη αδυναμία κοινωνικής κινητικότητας μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος δημιουργεί μια νέα πολυσύνθετη πραγματικότητα μιας φαινομενικά πολιτικά αδιάφορης κοινωνίας Η πραγματικότητα αυτή γεννά δυο διαμετρικά αντίθετες κοινωνικο-πολιτισμικές, δηλαδή βαθύτερα πολιτικές αμφισβητησιακές αντιστάσεις.

Από τη μια ένα συντηρητικό πλέγμα ξενοφοβικών, ρατσιστικών ευρωσκεπτικιστικών κινημάτων, το οποίο ωθεί το κυρίαρχο αστικό πλέγμα εξουσίας σε ολοένα συντηρητικότερες ανελεύθερες επιλογές, όπου τα αξιακά προτάγματα της αστικής τάξης και τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα συρρικνώνονται στο όνομα της ασφάλειας, τα συλλογικά υποκείμενα συνδικαλιστικά και πολιτικά απαξιώνονται, η Δημοκρατία χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο, ακολουθώντας μια αντιδημοκρατική πορεία που τη συρρικνώνει σε μια κατά τακτά διαστήματα τυπική εκλογική διαδικασία, ενώ πληθαίνουν οι συνειδητά απέχοντες από αυτήν.

Από την άλλη παρουσιάζονται αμφισβητησιακά έντονες εξεγερσιακές καταστάσεις, κινήματα «αγανακτισμένων», νέες αμφισβητησιακές μορφές αμεσοδημοκρατικής πολιτικής ανυπακοής, νέες πολιτισμικές αναζητήσεις δημιουργώντας μια δυνάμει νέα ταξικότητα, ένα νέο κοινωνικό-πολιτισμικό πόλο απέναντι στις δυνάμεις του παλιού κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Ανάμεσα στα δύο αυτά μπλοκ οι κοινωνικές αναφορές του λεγόμενου κεντρώου πολιτικού χώρου συρρικνώνονται παρά τα πολλαπλά κομματικά εγχειρήματα τα οποία επιχειρούν να τον εκφράσουν.

Η κεντρική πολιτική σκηνή παύει να είναι απλά ο χώρος προσωπικών αντιπαραθέσεων πολιτικών και κομμάτων, όσο και αν δεν το αντιλαμβάνονται οι πολιτικοί και τηλεοπτικοί εκπρόσωποι του συντηρητικού μπλοκ, και μετατρέπεται σε πεδίο ενός ιδιότυπου πολέμου θέσεων δύο νέων μπλοκ, τα οποία διεκδικούν την εξουσία, εκείνου των παραδοσιακών αστικών πολιτικών που τείνουν να αποκτήσουν χαρακτηριστικά ενιαίας παράταξης διασυνδεδεμένης με το κράτος και τους μηχανισμούς ισχύος, όπως τα κυρίαρχα ΜΜΕ και το τραπεζικό σύστημα και εκείνου έκφρασης του νέου πόλου αμφισβήτησης που δημιούργησαν οι νέες συνθήκες.

Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό μα πανευρωπαϊκό. Τον αμφισβητησιακό πόλο δυνάμει εκφράζει το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ, στην Ισπανία οι Podemos, στην Πορτογαλία το Μπλόκο, ενώ τμήματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας διαφοροποιούνται από τη σύμπλευση με τη χριστιανοδημοκρατία, οικολογικά κινήματα συναντώνται σ΄ αυτές τις διεργασίες με τη ριζοσπαστική Αριστερά.

Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές τις νέες εξελίξεις υπήρξε καταλυτικός. Η πολιτική αμφισβήτηση των κυριάρχων βάρβαρων επιλογών μιας προτεσταντικής ηθικής ενός ασύδοτου νεοφιλελεύθερου επιθετικού καπιταλισμού, που καταστρατηγεί όλους τους ρητούς και άρρητους δημοκρατικούς κανόνες διευθέτησης των κοινωνικών αντιθέσεων, επανέρχεται στο προσκήνιο της Ευρώπης επαναφέροντας στην επικαιρότητα τα αξιακά προτάγματα της Δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης και των ελευθεριών.

Ακριβώς για όλα αυτά η επίθεση ασφυξίας και πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ ή εν ανάγκη ενσωμάτωσής του προσλαμβάνει για τις κυρίαρχες ταξικές επιλογές πολιτικό άμεσο διακύβευμα.

Ο επώδυνος συμβιβασμός, στον οποίο εξαναγκάστηκε να προβεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να μη χαθεί η ελπίδα ανατροπής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, επικυρώθηκε τόσο από τη θετική ψήφο του Σεπτεμβρίου όσο και από τις εξελίξεις στην Ιβηρική και στο αγγλικό εργατικό κόμμα, διευρύνοντας τις ρωγμές στο όλο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Ταυτόχρονα όμως στο εσωτερικό κοινωνικό μέτωπο δημιουργούνται συνθήκες έντονης δυσαρέσκειας, πλήττοντας κυρίως τα μικροαστικά και αγροτικά στρώματα. Οι αναγκαστικές μνημονιακές δεσμεύσεις μπορεί να έδωσαν πολιτικό χρόνο στην κυβέρνηση, αλλά κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε ένα βαθύ κλονισμό του νέου αυτού μπλοκ που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ για δεύτερη φορά στη διακυβέρνηση.

Η άμεση ανάγκη κοινωνικά ευαίσθητων πρωτοβουλιών ενός ενιαίου εναλλακτικού σχεδίου και όχι αντιφατικών προσωπικών επιλογών, τόσο στο στενό οικονομικό όσο και στο ευρύτερο πολιτισμικό δημοκρατικό πεδίο, που θα υπερβαίνει τις όποιες μνημονιακές δεσμεύσεις, προβάλλει αδήριτη και η πολύμορφη διάδοσή του στο κοινωνικό σώμα ακόμη περισσότερο, αν η υπάρχουσα κυριαρχία στην πολιτική σκηνή θέλουμε να δημιουργήσει όρους ηγεμονίας στο κοινωνικό-πολιτισμικό πεδίο.

Ο δρόμος είναι δύσβατος και πρωτόγνωρος. Το στοίχημα θετικής του έκβασης και όχι ενός τραγικού για την κοινωνία πισωγυρίσματος είναι ανοικτό, αρκεί με τις καθημερινές πράξεις της κυβέρνησης και τον αυξημένο ιδεολογικό-πολιτικό Λόγο και Ρόλο παρέμβασης του κόμματος να γίνεται αντιληπτή ως αριστερή κοινωνικά ευαίσθητη πολιτική.

Μια πολιτική σφραγισμένη σ’ όλες τις εκφάνσεις της με το συγκριτικό πλεονέκτημα του συλλογικού και, ακόμη δυσκολότερο, του ατομικού αριστερού ήθους, στο οποίο άλλωστε εντείνονται οι επιθέσεις εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ.

* Ομ. καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ