Η κυρία Ζωή Αρμάγου…

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο Καβαλιώτης πεζογράφος και ποιητής, αλλά και μελετητής της λογοτεχνικής παράδοσης του γενέθλιου τόπου του, ανακαλεί και τακτοποιεί αυτοβιβλιογραφικές μνήμες. Βιβλία, διαδρομές, εποχές. Κατά βάθος όμως μνημονεύει και επιστρέφει στον πρώτο άνθρωπο, τη σχεδόν μυθική και μυθιστορηματική κυρία Ζωή Αρμάγου, αυτήν που τον τροφοδοτούσε βιβλία, αυτήν που του μετέδωσε το πάθος της ανάγνωσης.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

❖❖❖❖❖

Από τους πρόσφυγες γονείς μου: ο πατέρας ήταν απόφοιτος της τρίτης Δημοτικού, η μάνα μου υπέγραφε με σταυρό. Εγώ μάζευα ό,τι έβρισκα ή έκλεβα από εφημερίδες και περιοδικά. Η «Ζωή του Παιδιού» εισέβαλε στο σπίτι, μιας και με το πέρας του Κατηχητικού ο θεολόγος κατηχητής μάς φόρτωνε με δεκάδες τεύχη προς ανάγνωση και πώληση.

Με το «Λιμάνι του Θεού» υπό μάλης, χάζευα τη βιτρίνα του Πρακτορείου Εφημερίδων-Βιβλιοπωλείου Παπαδογιάννης, όταν το βλέμμα μου μαγνητίστηκε από το προκλητικό εξώφυλλο ενός βιβλίου όπου μια κυρία, ενδεδυμένη με διάφανη αισθήτα και τσιγάρο στο χέρι, με κοίταζε κατάματα, ξαπλωμένη νωχελικά σε ανάκλιντρο. Αγόρασα το βιβλίο από τις εισπράξεις του περιοδικού.

Στο σπίτι η μάνα μου, αιφνιδιασμένη από την ξετσίπωτη εισβολή, έβαλε τις φωνές. «Θα βγάλει κάλους η χούφτα σου», ωρυόταν, «θα τυφλωθείς». Και η Νανά του Αιμίλιου Ζολά (εκδ. Δαρεμά 1957) κρύφτηκε και έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα πίσω από τους χαρτόδετους τόμους του χριστιανικού περιοδικού.

Η κυρία Ζωή Αρμάγου, από την Κίο Κωνσταντινουπόλεως, εγκαταστάθηκε στη γειτονιά μας αργότερα. «Τη Μέλπω Αξιώτη τι την έχεις;», με ρώτησε. «Θεία», βιάστηκα να αυθαδιάσω. «Είναι αδελφή της μητέρας μου». Κι εκείνη μου χάρισε το Σπίτι μου και την Κάδμω.

Στις λογοτεχνικές μας συναντήσεις που ακολούθησαν, με υποδεχόταν ντυμένη σαν σε χοροεσπερίδα και, υπό τους διακριτικούς ήχους κλασικής μουσικής, μου διάβαζε αποσπάσματα από την Αννα Καρένινα, τη Μαντάμ Μποβαρί, την Εντα Γκάμπλερ, τη Φόνισσα, την Τρισεύγενη, την Πάπισσα Ιωάννα, την Αθώα Ερέντιρα, την Ευγενία Γκραντέ, την Κυρία με τις καμέλιες, την Κυρία με το σκυλάκι, τη Γερτρούδη, την Εξαδέλφη Μπέτι, τη Ρωμαϊκή άνοιξη της κυρίας Στόουν, τη Μάνα, τη Μάνα κουράγιο, τη Φάλαινα με τα πράσινα μάτια.

Αλλά και από τη Μήδεια, τη Λυσιστράτη, την Αντιγόνη, την Ηλέκτρα. «Ολες γυναίκες!», επαναστάτησε ο αντρικός μου εγωισμός. Και περάσαμε στους Μεγάλους Μύστες, την Ασκητική, τον Βιζυηνό, τον Χρηστομάνο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ηλίθιο, τους Αδελφούς Καραμάζοφ, για να αναρωτηθώ για πολλοστή φορά:

«Σε τι είναι αξιόλογος ο Αλέξης Φιοντόροβιτς που τον διάλεξε ο Ρώσος συγγραφέας για ήρωά του; Τι έκανε; Για ποιο πράγμα και γιατί είναι γνωστός;

Υπάρχει κανένας λόγος να χάσω εγώ τον χρόνο μου για να μάθω τη ζωή του;». Το τελευταίο απόγευμα μαζί της, η κυρία Ζωή απήγγειλε από στήθους: «Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος / για τα ωραία και μεγάλα έργα… Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις /(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις»). Και έσβησε στην ηλικία των ενενήντα τριών ετών.

Χρόνια αργότερα ανέτρεξα εκ νέου σ’ εκείνα τα «γυναικεία» βιβλία, όπου άντρες μιλούσαν μέσα από τη φωνή αλησμόνητων γυναικών, για να τις σαγηνεύσουν, να τις κατανοήσουν, να τις κατακτήσουν, να τις καταστρέψουν.

Ανέτρεξα και στα άλλα, τα ογκώδη «ανδρικά», στα οποία όλο και προσετίθεντο νέα με την ίδια ακαταστασία, χωρίς κανένα σύστημα ή σειρά. Εξακολουθώντας να θαυμάζω τους συγγραφείς που ξεκινούν ένα ταξίδι προς το άγνωστο και, παρ’ όλα αυτά, κάθονται διαρκώς σε ένα δωμάτιο (Ενρίκε Βίλα– Μάτας, Δουβλινιάδα).

Το Αδριανού απομνημονεύματα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ο μακρύς διαλογισμός επάνω στην ιδέα της εξουσίας, της αυτοκρατορίας, της διακυβέρνησης και του έρωτα, κατέλαβε εξέχουσα θέση στις προτιμήσεις μου.

Το ίδιο η μυθιστορία, συνυφασμένη με εσωτερικούς μονολόγους, που διανθίζεται με φεμινιστικές πινελιές, ομοφυλοφιλικές νότες και την ψυχική ασθένεια στην Κυρία Ντάλογουεϊ της Βιρτζίνια Γουλφ. Ο Ορλάντο της ιδίας, ο οποίος όταν δεν φοράει βελούδα (αντρικά) και μαργαριτάρια (γυναικεία), φοράει φαρδιά πουκαμίσα και ρώσικα πανταλόνια –άντρας; γυναίκα; αναρωτιέται.

Γ. Χειμωνάς (Μυθιστόρημα, Ο εχθρός του ποιητή, Εξι μαθήματα για τον λόγο), Ν. Γ. Πεντζίκης (Μητέρα Θεσσαλονίκη, Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης), Ε. Χ. Γονατάς (Ο φιλόξενος καρδινάλιος) ―οι δάσκαλοί μου.

Με την ίδια ακαταστασία: De profundis, η εκ βαθέων αφήγηση του πολύπαθου Οσκαρ Γουάιλντ. Ποιήματα 1945-1971 του Μίλτου Σαχτούρη. Αποσπάσματα Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ. Ιστορία της τρέλας και Ιστορία της σεξουαλικότητας του Μισέλ Φουκό.

Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ. …από το στόμα της παλιάς Remington… του Γιάννη Πάνου. Το Βιβλίο της Ανησυχίας του Φερνάντο Πεσόα. Δύσκολος θάνατος του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Η Παναγία των λουλουδιών, το «περιθώριο» του Ζαν Ζενέ. Η Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Αντίο, Βερολίνο του Κρίστοφερ Ισεργουντ.

Αυτά και χιλιάδες άλλα η δική μου ιστορία, όμοια με την Ιστορία του κόσμου μέσα από 100 αντικείμενα του Νιλ Μακγκρέγκορ, διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου.

Ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις, ο Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ παραμένουν ημιτελή, αναζητώντας τον δικό τους χρόνο, τη δική τους αντοχή.

Αυτόν τον καιρό διαβάζω το Ο Δερβίσης και ο θάνατος του Μέσα Σελίμοβιτς, με τα αναπάντητα: Τι είμαι εγώ μετά την καταδίκη; Εχασα την ανθρώπινη αγάπη ή ζημίωσα τη βεβαιότητα της πίστης, χάνοντας τα πάντα;

Θα ακολουθήσει ο Αριθμός 11 του Τζόναθαν Κόου. Εκεί που κονταροχτυπιούνται η κωμωδία με την πολιτική και το πώς η κωμωδία, μάλλον, κερδίζει.

Το Πένθιμο μπλουζ του Γ. Χ. Οντεν θα το διαβάσω απόψε στη μνήμη Εκείνης.

Τελευταίο βιβλίο του Δ. Αξιώτη είναι η συλλογή διηγημάτων «Με χίλιους τρόμους γενναίος» (Κίχλη, 2016).