Η ιδεολογική στροφή του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ

Μια σειρά από πρόσφατες μελέτες διεθνών οργανισμών, μια εκ των οποίων αφορά ειδικά την Ελλάδα, δείχνει ότι η απομάκρυνση από το νεοφιλελευθερισμό επιταχύνεται πλέον και στον σκληρό πυρήνα των θεσμών που διαφύλαξαν την οικονομική ορθοδοξία παρά τα ισχυρά πλήγματα που έχει δεχτεί.

Στο τεύχος Ιουνίου του τριμηνιαίου περιοδικού του ΔΝΤ Finance & Development το οποίο υπογράφουν τρία στελέχη του διεθνούς οργανισμού μεταξύ των οποίων και ο αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος οικονομικών μελετών Jonathan Ostry τίθεται ευθέως το ερώτημα από το ίδιο τον αιχμηρό τίτλο «Είναι υπερεκτιμημένος ο νεοφιλελευθερισμός;». Η απάντηση του άρθρου είναι εμφατικά θετική με ήδη τον υπότιτλο να μην αφήνει καμία αμφιβολία: «Αντί να φέρουν ανάπτυξη, ορισμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές αύξησαν την ανισότητα με αποτέλεσμα να θέτουν σε κίνδυνο τη διαρκή επέκταση». Λίγο νωρίτερα, τον Μάρτιο, είχε δοθεί στη δημοσιότητα η τακτική έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία. Και μόνον ο τίτλος του Δελτίου Τύπου που εξέδωσε ο οργανισμός τα έλεγε όλα: «Η καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας στην Ελλάδα είναι ζωτικής σημασίας για την ανάκαμψη από την κρίση» ενώ μια άλλη έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε πέρυσι είχε τον εύγλωττο τίτλο «Γιατί λιγότερη ανισότητα ωφελεί όλους». Τέλος ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s είχε επίσης αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα των διαβόητων «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» για την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και εργασίας. H ανάλυση των δεδομένων από 34 χώρες έδειξε, σύμφωνα με τη Moody’s, ότι τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις είναι υπερεκτιμημένα και ότι συχνά προστίθενται πολλές φορές τα ίδια ποσά αποδιδόμενα σε διαφορετικά μέτρα και δίνοντας ένα μεγαλύτερο άθροισμα από το πραγματικό («Τα οικονομικά οφέλη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι θετικά αλλά ενδεχομένως μικρότερα από όσο συνήθως καταγράφεται», Δεκέμβριος 2015).

Το ΔΝΤ έχει ήδη παραδεχτεί από τις αρχές της δεκαετίας τόσο την αξία των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων υπό ορισμένες συνθήκες όσο και τη σημασία του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, δηλαδή το πρόβλημα με την λιτότητα. Έχει αρχίσει σταδιακά να αποσύρεται από το φιλελεύθερο άρμα. Ωστόσο, οι τελευταίες δημοσιεύσεις αποτελούν ένα σημείο καμπής γιατί προχωρούν ένα ακόμη πολύ μεγάλο βήμα παραπέρα – βάζουν στο τραπέζι το πρόβλημα των ανισοτήτων. Μέχρι τώρα το αφήγημα της οικονομικής ορθοδοξίας ήταν ότι η ανάπτυξη θα αμβλύνει τις ανισότητες και θα μειώσει τη φτώχεια – συνεπώς χρειάζεται απλά υπομονή. Βεβαίως για την Αριστερά οι ανισότητες ήταν πάντα ένα πολιτικό ζήτημα προτεραιότητας στο οποίο στεκόταν απέναντι. Αλλά το επιχείρημα της οικονομικής ορθοδοξίας ήταν η αποτελεσματικότητα, ότι ενδεχομένως οι ανισότητες είναι συνέπεια των απαραιτήτων κινήτρων (η «υπόθεση των κινήτρων») ώστε να τρέξει η οικονομία γρηγορότερα και να ωφεληθούν τελικά όλοι, έστω και άνισα. Τώρα, οι δύο διεθνείς οργανισμοί ανατρέπουν αυτό το επιχείρημα αλλάζοντας τη σχέση αιτιότητας: για να έρθει η ανάπτυξη πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες.

Το άρθρο του ΔΝΤ τονίζει ότι υπάρχουν πια επαρκή εμπειρικά δεδομένα για να γνωρίζουμε ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων περιορίζει τόσο το επίπεδο όσο και τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης και ότι η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και η λιτότητα διευρύνουν τις ανισότητες. Κατά συνέπεια, οι δύο πολιτικές αυτές υπονομεύουν την ανάπτυξη, την οποία υποτίθεται έχουν στόχο να ενισχύσουν σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Το άρθρο στηρίζεται σε προηγούμενη έρευνα του Ostry κ.α. που δημοσιεύθηκε το 2014 σχετικά τις οικονομικές συνέπειες των ανισοτήτων. Τα τρία συμπεράσματα εκείνης της μελέτης συνοψίζονται ως εξής: πρώτον, οι πιο άνισες κοινωνίες τείνουν να κάνουν μεγαλύτερη αναδιανομή, δεύτερον, τα χαμηλότερα επίπεδα ανισότητας μετά και την αναδιανομή τείνουν να οδηγούν σε ταχύτερη και πιο διαρκή ανάπτυξη για δεδομένο επίπεδο αναδιανομής, και τρίτον, η αναδιανομή εμφανίζεται γενικά να έχει ευνοϊκές συνέπειες στην ανάπτυξη και μόνο σε ακραίες καταστάσεις ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες. «Συνεπώς, ο συνδυασμός των άμεσων και έμμεσων συνεπειών της αναδιανομής – συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών στην ανάπτυξη από τη χαμηλότερη ανισότητα – είναι γενικά θετικές για την ανάπτυξη» τονίζει η μελέτη του ΔΝΤ. Συνεπώς ο Πόουλ Τόμσεν είναι εκτός γραμμής όταν επέμενε για διασπορά των βαρών στα πιο αδύναμα στρώματα με το δραστικό περιορισμό έως κατάργηση του αφορολόγητου ορίου.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η μελέτη του ΟΟΣΑ: «Οι έρευνες βρήκαν συμπαγείς αποδείξεις ότι η μακροχρόνια αύξηση της ανισότητας των διαθέσιμων εισοδημάτων στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ πράγματι φρενάρισε σημαντικά την μακροχρόνια ανάπτυξη. Επιπλέον, κατέδειξαν ότι οι προσπάθειες για μείωση της ανισότητας μέσω της αναδιανομής – τυπικά μέσω μορφών φορολογίας και επιδομάτων – δεν οδηγούν σε βραδύτερη ανάπτυξη».

Σε άλλη έκθεσή του το ΔΝΤ με τίτλο «Πότε αποδίδουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις; Περί του ρόλου του οικονομικού κύκλου και των μακροοικονομικών πολιτικών» (Μάρτιος 2016) επισημαίνει ότι «τα στοιχεία υποδεικνύουν πως οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας τείνουν να έχουν αρνητικό αποτέλεσμα όταν εφαρμόζονται σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας». Προφανώς ο Τόμσεν είναι και εδώ εκτός γραμμής όταν θέλει να αποδιαρθρώσει την ήδη ταλαιπωρημένη αγορά εργασίας στην Ελλάδα.

Βεβαίως όλα αυτά είναι γνωστά και τεκμηριωμένα από πολλές μελέτες των οικονομολόγων που δεν εντάσσονται στο νεοφιλελεύθερο consensus. Τι κάνει, όμως, διεθνείς οργανισμούς και οίκους όπως το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και η Moody’s να εγκαταλείπουν με επιταχυνόμενο ρυθμό το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο; Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την ίδια την αδιέξοδη πραγματικότητα. Το πρώτο ισχυρό πλήγμα ήταν η ασιατική κρίση του 1997-98 και η κρίση της Αργεντινής: δύο τεράστιες και δυναμικές περιοχές του κόσμου, η Νοτιοανατολική Ασία και η Λατινική Αμερική εγκατέλειψαν την οικονομική ορθοδοξία με πάταγο ενώ ταυτόχρονα διεκδικούσαν ένα μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκόσμια οικονομία. Το δεύτερο ισχυρό πλήγμα ήταν η χρηματοοικονομική κρίση του 2008 που κτύπησε πια τις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός κατόρθωσε να αντέξει αυτήν την κρίση εκμεταλλευόμενος την «ουρά» της, την κρίση του ευρώ, και επιβάλλοντας την λανθασμένη αντίληψη ότι επρόκειτο για δημοσιονομική κρίση, κρίση του κράτους. Επέβαλε ιδεοληπτικά αλλά και ταξικά πολιτικές λιτότητας που τώρα αποδεικνύεται ότι αποτέλεσαν μια πύρρειο νίκη: η νίκη αυτή προκάλεσε ένα οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο που πλέον οδηγεί σε αμφισβήτηση των δογμάτων ακόμη και στον πυρήνα των θεματοφυλάκων της ορθοδοξίας. Σειρά έχουν τώρα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που παραμένουν ακόμη προσκολλημένοι στα παλιά δόγματα, ώστε η Ευρώπη να αποτελέσει τη λύση και όχι το πρόβλημα. Όπως παροτρύνει και ο Ostry του ΔΝΤ: «όσοι ασκούν πολιτική, καθώς και οι οργανισμοί όπως το ΔΝΤ που τους συμβουλεύουν, θα πρέπει να καθοδηγούνται όχι από το δόγμα αλλά από τις αποδείξεις για το ποια πολιτική είχε αποτέλεσμα».

*Δημοσιογράφος – Οικονομικός αναλυτής

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας