Η αριστερή ταυτότητα μετά τις 13 Ιουλίου

aristera.jpg

Η αριστερή ταυτότητα  Εφτασε η δύσκολη ώρα της απομάγευσης; | EUROKINISSI/ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ

Παρακολουθώ τον ενδοαριστερό διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη και αναρωτιέμαι κατά πόσον θα ήταν θεμιτή μια πρώτη ταξινόμηση όσων γράφονται αυτές τις ημέρες. Είναι βέβαιο ότι οι περισσότερες δημόσιες παρεμβάσεις βασίζουν την τελική τους απόφανση σε μια προειλημμένη απόφαση: επαχθής και επώδυνη πλην όμως αναγκαία η συμφωνία για ορισμένες από αυτές· μνημόνιο επονείδιστο και κοινωνικά ολέθριο για κάποιες άλλες.

Κάμποσες αφήνονται στα γλυκόπικρα συναισθήματα της ήττας: ενοχή για τις χαμένες ευκαιρίες, ντροπή για τις αθετημένες υποσχέσεις, απόγνωση για τα προφανή αδιέξοδα∙ το τραύμα κατονομάζεται, αλλά παραμένει ανεύρετη η διαδικασία που θα οδηγούσε στην επούλωσή του. Για μια ακόμη φορά, η λυτρωτική διεργασία του πένθους μοιάζει να παραδίνεται στην πανίσχυρη γοητεία της μελαγχολίας.

Πόσω μάλλον που η συχνή επίκληση της αριστερής γενεαλογίας του τραύματος -η κληρονομιά της Αριστεράς σαν μια αλυσίδα ματαιωμένων, συχνά προδομένων, προσδοκιών- έρχεται να προσδώσει ιστορικό βάθος στη σημερινή παραλυτική μοιρολατρία. Στην άλλη άκρη, η εξίσου αυθαίρετη ανάσυρση ιστορικών αναλογιών και παραδειγμάτων, συνήθως διεθνών, τροφοδοτεί υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις που εναποθέτουν στην αφύπνιση της λαϊκής αντίστασης την έξοδο από τη λαοκτόνα κρίση.

Μοιάζει παράδοξο, παρ’ όλη ωστόσο την ποικιλία τους, οι διαθέσιμες προτάσεις εξόδου από την κρίση της Αριστεράς οδηγούν από δρόμους διαφορετικούς σ’ ένα εξίσου μερικό συμπέρασμα: όσο κι αν ενδύονται νέα νοήματα, το «ναι» και το «όχι» στη συμφωνία/μνημόνιο συνεχίζουν να παραπέμπουν στο αρχικό δίλημμα του δημοψηφίσματος. Με άλλα λόγια, αυτοπεριορίζονται στην αποσπασματική εικόνα που υπαγορεύεται από την αυστηρά διχοτομική πρόσληψη των δεδομένων μιας ζόρικης συγκυρίας.

Καθώς αλληλοαποκλείονται, οι δύο θέσεις -τα «ναι» και τα «όχι»- αδυνατούν προφανώς να συνομιλήσουν. Αποκλειστικό κίνητρο της επαπειλούμενης διάσπασης, αναγορεύονται σε απόλυτο κριτήριο αριστεροσύνης, επιτρέποντας ακόμη και σε ταπεινούς τακτικισμούς να μεταμφιέζονται σε στρατηγικές επιλογές ύψιστης σημασίας. Εχω την αίσθηση ότι υποδεικνύουν απλώς τα όρια του αντιμνημονιακού λόγου που καλλιέργησε συστηματικά ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο ως αξιωματική αντιπολίτευση όσο και από τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ας μη μου αντιταχθεί το προφανές. Η συμφωνία με τους δανειστές ασφαλώς και συνιστά τομή ικανή να κλονίσει τις εύθραυστες εσωκομματικές ισορροπίες μιας ιδιότυπης κομματικής συσσωμάτωσης που βάσισε την ενότητά της στην ομόθυμη αποδοχή της αντιμνημονιακής επαγγελίας.

Είναι σαφές ότι η καταγγελία των μνημονίων υπήρξε η συγκολλητική ουσία που επέτρεψε τη συστέγαση -και ώς ένα βαθμό τη συμπόρευση- αντιφατικών πολιτικών σχεδιασμών αντλημένων από διαφορετικές αριστερές παραδόσεις. Μήπως, όμως, αξίζει τον κόπο να σταθούμε για λίγο και στις παράπλευρες απώλειες που συνεπαγόταν η αντιμνημονιακή μονοκαλλιέργεια; Γιατί είναι προφανές ότι η διχοτομία μνημόνιο/αντιμνημόνιο κατέληξε να αποτελεί το μονοκιάλι μέσα από το οποίο ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ καλούνταν να αποκρυπτογραφήσει κάθε πτυχή της πραγματικότητας.

Αδιαμφισβήτητη στρατηγική επιλογή, ικανή, όπως αποδείχθηκε, να νομιμοποιήσει ακόμη και εξαιρετικά προβληματικές συμμαχίες, το υπεσχημένο «σκίσιμο των μνημονίων» αποκτούσε έτσι τη δυνατότητα να εμφανίζει ως περιθωριακή ή άκαιρη κάθε έκκεντρη τοποθέτηση ή πρωτοβουλία.

Οχι, όσα ζήσαμε τον τελευταίο καιρό δεν υπήρξαν απλώς ακόμη μια αναβίωση της γνώριμης αριστερής παθολογίας, σύμφωνα με την οποία τα «ελάσσονα» κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα οφείλουν να υποτάσσονται στις δεσμεύσεις που απορρέουν από την εξυπηρέτηση μιας κεντρικής πολιτικής στοχοθεσίας.

Τη φορά αυτή, ο αντιμνημονιακός λόγος αποδείχθηκε ικανός να ενσωματώσει κάμποσα από αυτά τα «ελάσσονα», έχοντας φροντίσει προηγουμένως να τα προσαρμόσει στα ερμηνευτικά του καλούπια. Η αδιαφορία για το μεταναστευτικό και η ανοχή της ναζιστικής ακροδεξιάς συνιστούν τα πιο προφανή παραδείγματα των αγκυλώσεων που απορρέουν από μια αμιγώς αντιμνημονιακή οπτική.

Αλλά δεν είναι οι μόνες. Περιορίζομαι να αναφέρω την αναθέρμανση ενός αριστερού πατριωτισμού που γειτονεύει επικίνδυνα με ακραία συντηρητικές εθνικιστικές ρητορείες. Στο κλίμα αυτό, ξαναβρίσκουν τη θέση τους κάποια από τα αλήστου μνήμης «εθνικά ζητήματα», ανάμεσά τους και το διαβόητο «δημογραφικό» ως το σοβαρότερο εθνικό πρόβλημα της χώρας.

Καθώς το «γεννάτε γιατί χανόμαστε» μετατρέπεται σε «καταργήστε τα μνημόνια που δεν μας αφήνουν να γεννάμε», δεκαετίες αγώνων για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών συρρικνώνονται στην απλοϊκή καταγγελία της εξαναγκαστικής ατεκνίας στην οποία καταδικάζει το Μνημόνιο τα νέα ζευγάρια. Κι ας μη μιλήσω καλύτερα για την πρόσφατη υιοθέτηση μιας «πολιτικά ορθής» καταγγελίας του σεξισμού των άλλων, τη στιγμή που ο αντιμνημονιακός σεξισμός αντιμετωπίζεται ως αναντίλεκτη ένδειξη λεβεντιάς.

Ασφαλώς και υπήρξαν μέλη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, γυναίκες και άνδρες, που πάλεψαν με νύχια και με δόντια, μέσα και έξω από τη βουλή, για τα καταφρονεμένα εκείνα ελάσσονα που έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων. Τώρα βρίσκονται κι αυτές/αυτοί μπροστά στο εξουθενωτικό δίλημμα: ψηφίζω ή καταψηφίζω τα μέτρα της δυστυχίας;

Σκέφτομαι πως θα είχε νόημα την κρίσιμη τούτη ώρα να μην εγκαταλείψουν τις προτεραιότητές τους. Εχοντας κατά νου ότι η επαγγελία του ΣΥΡΙΖΑ τις περιλάμβανε κι ότι ήταν ίσως οι πρώτες που θυσιάστηκαν στον βωμό των Μνημονίων. Ας μην το ξεχνούμε, τώρα που έφτασε η δύσκολη ώρα της απομάγευσης.

ΥΓ.: Αφορμή για το σημείωμα αυτό στάθηκε μια κουβέντα της Ν. Βαλαβάνη στη Βουλή: απευθυνόμενη στον βουλευτή Αυγενάκη, τον κάλεσε να της ζητήσει συγγνώμη. «Φορούσε παντελόνια, υποτίθεται, έτσι νόμιζα μέχρι τώρα», ξεκαθάρισε.