Το χωριό Μπελογιάννης ερημώνει

kali_patrida_sintrofoi.jpg

Σκηνή από την ταινία Σκηνή από την ταινία

1985. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ δίνει άδεια επαναπατρισμού στους πολιτικούς πρόσφυγες. Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του με την περίφημη «Τριλογία του ξεριζωμού», τρία μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, που έδωσε το προηγούμενο Σάββατο η «Εφ.Συν.» στους αναγνώστες της («Ελληνική Κοινότητα Χαϊδελβέργης», «Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα», «Στα Τουρκοβούνια»), ξεκινάει για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Καλή πατρίδα, σύντροφε». Και τη γυρνάει εκεί, επί τόπου, σε μια σοσιαλιστική χώρα, την Ουγγαρία, σε ένα χωριό ελληνικό, που μετά από 35 χρόνια αρχίζει να ερημώνει.

Είναι μία από τις πιο σημαντικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2014 ψηφίστηκε από το κοινό ως μια από τις είκοσι καλύτερες ταινίες μιας λίστας με διακόσιες και προβλήθηκε σε αφιέρωμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στα 100 χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου.

Η «Εφ.Συν.» προσφέρει το «Καλή πατρίδα, σύντροφε» αυτό το Σάββατο, 14 Ιουλίου, στους αναγνώστες της. Ευκαιρία να το ξαναδούν με συγκίνηση οι παλιοί, τριάντα δύο χρόνια μετά. Να το ανακαλύψουν οι νεότεροι, σήμερα που η ιστορία του Εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων έπαψε να προσεγγίζεται αυστηρά με ιδεολογικούς όρους.

Το «ελληνικό χωριό» χτίστηκε το 1950, κοντά στη Βουδαπέστη, σε έδαφος που είχε παραχωρήσει η ουγγρική κυβέρνηση για να φιλοξενήσει αρχικά 1.800 πολιτικούς πρόσφυγες. Δύο χρόνια αργότερα άλλαξε όνομα, έγινε το περίφημο Μπελογιάννης (Beloiannisz), που έμεινε στην ιστορία, και σίγουρα η ταινία του Ξανθόπουλου συνέβαλε σ' αυτό. Το έβγαλε με ψυχραιμία και ωριμότητα από τη μυθολογία αυστηρά της Αριστεράς, το έκανε ακόμα μεγαλύτερο σύμβολο.

Της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, της νοσταλγίας, του αγώνα για τη διατήρηση της γλώσσας και της μνήμης. Αλλά και της Ελλάδας που αφήνει πίσω της τους διχασμούς και τα τραύματα του Εμφυλίου. Που βλέπει τα αριστερά παιδιά της να γυρνάνε με ένα, επιτέλους, διαβατήριο στα χέρια και με αγωνία στην καρδιά. Εγραψε τότε χαρακτηριστικά ο Βασίλης Ραφαηλίδης: «Ο Ξανθόπουλος κρατιέται σε απόσταση απ' αυτό το ιστορικό δράμα, του οποίου παρακολουθεί ψύχραιμα την τελευταία σπαραχτική πράξη: την από τη φύση της αντιηρωική διάλυση μιας κοινότητας πρώην ηρώων, που επαναπατρίζονται με τρόπο κάθε άλλο παρά ηρωικό».

Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος αυτή τη φορά ξέφυγε από το κλασικό ντοκιμαντέρ. Μετέβαλε τους ίδιους τους κατοίκους του Μπελογιάννη σε ερασιτέχνες ηθοποιούς, που ερμήνευσαν σενάριο που είχε γράψει με τον Γιώργο Μπράμο και τον Θανάση Σκρουμπέλο.

Σενάριο, φυσικά, που βασίζεται στη ζωή τους, τις ιστορίες τους, τις αγωνίες τους, τις ελπίδες τους. Στους χώρους δουλειάς, στα σπίτια και τα γλέντια τους. Η ταινία πέτυχε τον στόχο της. Εγινε δεκτή με ύμνους από όλο τον Τύπο. Ο ίδιος κέρδισε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1986 βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, βραβεύτηκε και η Ελένη Καραΐνδρου για τη θεία μουσική της.

  

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας