Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συστήνεται στο ελληνικό κοινό

eyropaiko_dikastirio.jpg

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Αίθουσα της Ολομέλειας

Αποστολή, Λουξεμβούργο

Κατά τον Αριστοτέλη, η δικαιοσύνη ορίζεται ως αγαθό που δεν στοχεύει στην ευδαιμονία όποιου την ασκεί αλλά στον άλλον άνθρωπο. Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, να έχεις δηλαδή το αίσθημα δικαίου, δεν είναι κάτι εύκολο.

Το να το επιδιώκεις σε επίπεδο κράτους γίνεται ακόμη δυσκολότερο, ενώ το να το εφαρμόσεις σε επίπεδο διαφορετικών κρατών μοιάζει σχεδόν ακατόρθωτο.

Ωστόσο, η δικαιοσύνη είναι ο βασικός θεσμός που διαφυλάσσει τη δημοκρατία, ενώ όταν δεν λειτουργεί παύει να λειτουργεί και η κοινωνία.

Συνεπώς, είναι το βασικό ζητούμενο σε μια ευνομούμενη πολιτεία και δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ένωση κρατών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, και να λειτουργήσει χωρίς να υπάρξει από την πρώτη στιγμή το ενωσιακό δίκαιο.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι από τα πρώτα θεσμικά όργανα, μετράει 65 χρόνια λειτουργίας και διασφαλίζει την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε. σε όλα τα κράτη-μέλη. Σωστά λοιπόν θεωρείται το μεγαλύτερο γρανάζι της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Την προηγούμενη εβδομάδα, σε δημοσιογραφικό σεμινάριο που οργάνωσε η Διεύθυνση Επικοινωνίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με θέμα «Η αποστολή και η λειτουργία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης - Διάλογος με τους Ευρωπαίους πολίτες», Ελληνες δημοσιογράφοι είχαμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε την έδρα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο, να συναντήσουμε δικαστές και στελέχη και να μιλήσουμε μαζί τους, ώστε να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του Δικαστηρίου και πόσο επηρεάζει τη ζωή των Ευρωπαίων πολιτών.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως είναι η επίσημη ονομασία του) αποτελείται από δύο επιμέρους δικαιοδοτικά όργανα: το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο

«Το Δικαστήριο είναι το ανώτερο δικαιοδοτικό όργανο», εξηγεί ο διευθυντής Επικοινωνίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, Γουλιέλμος Βαλασίδης, κατά την παρουσίαση των αρμοδιοτήτων των δύο οργάνων.

Κατά κύριο λόγο το Δικαστήριο ασχολείται με τις «αιτήσεις προδικαστικής απόφασης» που υποβάλλουν οι εθνικοί δικαστές όταν έχουν αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία ή το κύρος μιας πράξης του δικαίου της Ενωσης.

Οταν, δηλαδή, οι δικαστές ενός εθνικού δικαστηρίου δεν είναι απολύτως σίγουροι για την ερμηνεία ενός ευρωπαϊκού κανόνα δικαίου, τότε αναστέλλουν τη διαδικασία και απευθύνονται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Μόλις το Δικαστήριο αποφανθεί, τότε ο εθνικός δικαστής μπορεί κι εκείνος με τη σειρά του να επιλύσει τη διαφορά.

Η άλλη σημαντική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι οι προσφυγές, είτε για να ακυρωθεί μια πράξη του δικαίου της Ενωσης είτε για να διαπιστωθεί αν κάποιο κράτος-μέλος παραβίασε το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Στην πρώτη περίπτωση, την «προσφυγή ακύρωσης» μπορεί να την ασκήσει ένα κράτος-μέλος, το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή το Κοινοβούλιο αν, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, θεωρούν ότι ένας ευρωπαϊκός νόμος πρέπει να ακυρωθεί.

Ωστόσο, έχουν το δικαίωμα και φυσικά πρόσωπα να προσφύγουν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την ακύρωση κάποιας διάταξης ή ρύθμισης που ενδεχομένως έχει δυσμενείς ατομικές επιπτώσεις.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αρκετά γνωστή στους Ελληνες, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που η χώρα μας έχει καταδικαστεί για παραβιάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου.

Είναι το Δικαστήριο που κατά καιρούς ακούμε στις ειδήσεις ότι έχει επιβάλει πρόστιμα στην Ελλάδα.

Η Επιτροπή, εάν έχει λόγους να πιστεύει (ή καταγγελίες) ότι ένα κράτος-μέλος έχει παραβεί υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ε.Ε., τότε μπορεί να παραπέμψει το κράτος στο Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο ερευνά τους ισχυρισμούς και εκδίδει απόφαση. Αν το κράτος-μέλος δεν συμμορφωθεί με την πρώτη δικαστική απόφαση (με την οποία έχει διαπιστωθεί η παράβαση), μπορεί να ασκηθεί δεύτερη προσφυγή και να επιβληθούν τα χρηματικά πρόστιμα.

Μια τρίτη δικαιοδοσία αφορά τις γνωμοδοτήσεις για Συμφωνίες που συνάπτει η Ε.Ε. με τρίτες χώρες, όπως για παράδειγμα η CETA και η TTIP, δηλαδή οι εμπορικές συμφωνίες με Καναδά και ΗΠΑ αντίστοιχα.

Την αίτηση μπορεί να υποβάλει ένα κράτος-μέλος ή κάποιο ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο όπως το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή.

Το Δικαστήριο, αφού εξετάσει την υπόθεση, γνωμοδοτεί κατά πόσον η σχεδιαζόμενη συμφωνία συνάδει με τις Συνθήκες της Ε.Ε.

Τέλος το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου, όταν αυτό του ζητηθεί με αίτηση αναίρεσης.

Το Γενικό Δικαστήριο

Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει προσφυγές ιδιωτών απέναντι στην Ε.Ε. Μεγάλο τμήμα αυτών των προσφυγών αφορούν οικονομικές διεκδικήσεις για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκαλέσει σε ιδιώτες τα θεσμικά όργανα ή οι υπηρεσίες της Ε.Ε.

Επίσης από τον περασμένο Σεπτέμβριο το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται και για τις διαφορές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των υπαλλήλων της.

Το γλωσσικό καθεστώς

Προκειμένου όλοι οι πολίτες να έχουν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης πρέπει να είναι σε θέση να δικάζει σε καθεμία από τις επίσημες γλώσσες της Ενωσης.

Ετσι, για παράδειγμα, αν δικάζεται μια ελληνική υπόθεση, η «γλώσσα διαδικασίας» -όπως ονομάζεται- είναι η ελληνική. Με τον όρο «γλώσσα διαδικασίας» νοείται η γλώσσα που θα ακουστεί στο ακροατήριο.

Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής που θα απαγγείλει το κατηγορητήριο και η υπεράσπιση πρέπει να μιλούν ελληνικά.

Για τους δικαστές και το ακροατήριο υπάρχει ταυτόχρονη διερμηνεία και στις 24 επίσημες γλώσσες της Ε.Ε.

Ωστόσο, όταν οι δικαστές συσκέπτονται μεταξύ τους για να αποφασίσουν για μια υπόθεση, η «γλώσσα εργασίας» -όπως ονομάζεται- είναι τα γαλλικά.

Αυτό σημαίνει ότι οι δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πρέπει να μιλούν γαλλικά σαν μητρική γλώσσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ελληνες δικαστές μιλούν κατά μέσο όρο τρεις με τέσσερις γλώσσες.

Το καθεστώς πολυγλωσσίας που έχει υιοθετήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κάνει πολύ απαιτητική και τη δουλειά των μεταφραστών.

Πρόκειται πραγματικά για ένα τιτάνιο έργο, αφού οι αποφάσεις μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ενωσης ώστε να είναι διαθέσιμες την ίδια μέρα που εκδίδονται.

Για να καταλάβουμε τον όγκο της δουλειάς των μεταφραστών, ο προϊστάμενος του ελληνικού τμήματος μετάφρασης, Νίκος Σορτίκος, μας πληροφορεί ότι το 2016 μεταφράστηκαν στο Δικαστήριο πάνω από 1.100.000 σελίδες, ενώ και η ποιότητα της μετάφρασης είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες και τα δικαστήρια των κρατών-μελών πρέπει να αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο πώς ερμηνεύονται οι κανόνες της Ενωσης.

«Είναι βασικό στοιχείο μιας ένωσης δικαίου, όπως είναι η Ε.Ε., να μπορεί ο πολίτης να λάβει γνώση της νομολογίας του Δικαστηρίου στη γλώσσα του», θα πει ο κ. Σορτίκος.

Σήμερα σε όλα τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης απασχολούνται 4.500 μεταφραστές. Στην υπηρεσία της μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου απασχολούνται περίπου 900 άτομα (600 νομικοί μεταφραστές και 300 άτομα προσωπικό υποστήριξης), ενώ στην υπηρεσία Διερμηνείας απασχολούνται 100 άτομα ως διερμηνείς.

Η ποιότητα της δικαιοσύνης αποτελεί συνεχή πρόκληση για την Ε.Ε., και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι το θεσμικό όργανο που εργάζεται για τη διαφύλαξη των αξιών της Ενωσης και για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας