Ενας χρόνος με τον Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία

syriza

 2o συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ EUROKINISSI

Αν βάλουμε δίπλα δίπλα μια φωτογραφία από τη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από το 2009 και μία από το 2015, θα διαπιστώσουμε ότι μόνον ο Αλέξης Τσίπρας έχει παραμείνει στη θέση του.

Μάλιστα ενώ τότε ήταν ο αρχηγός του μικρότερου κόμματος, σήμερα είναι πλέον πρωθυπουργός της χώρας. Η «επί-σκεψη» του χρόνου που πέρασε ίσως να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά σίγουρα είναι χρήσιμη ως άσκηση αυτοσυνειδησίας.

Τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές με το σύνθημα «Η ελπίδα έρχεται» και την υπόσχεση ότι θα διώξει την τρόικα και θα μας βγάλει από το Μνημόνιο. Η πρώτη ένδειξη ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. δεν ήταν έτοιμη να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τους δανειστές ήταν η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου.

Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, η παρελκυστική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και η «δημιουργική ασάφεια» του τότε υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, κατάφεραν κυρίως να εξοργίσουν τους εχθρικά διακείμενους και να προβληματίσουν τους φιλικά διακείμενους εταίρους μας στα διάφορα Εurogroups που μεσολάβησαν. Τον Ιούνιο, όταν το Ελληνικό Δημόσιο στέρεψε από ρευστό και αναγκάστηκε να αναζητήσει χρήματα ακόμη και στα αποθεματικά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έφτασε η ώρα της αλήθειας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη χωριστεί σε τουλάχιστον δύο φράξιες: Η μία ήταν έτοιμη να διαπραγματευτεί μέχρι τέλους, ακόμη και αν αυτό σήμαινε την έξοδο από το ευρώ. Η δεύτερη αντιλαμβανόταν αυτήν την προοπτική ως απαραίτητο διαπραγματευτικό χαρτί αλλά απευχόταν μια τέτοια κατάληξη. Στις 26 Ιουνίου, ο Αλέξης Τσίπρας δεν είχε πλέον περιθώρια για περαιτέρω καθυστέρηση.

Ανακοίνωσε, λοιπόν, ένα δημοψήφισμα για να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο τόσο η διαπραγματευτική πολιτική της κυβέρνησης και η ανένδοτη στάση των δανειστών (κυρίως της γραμμής Σόιμπλε) όσο και το εσωτερικό ρήγμα στον ΣΥΡΙΖΑ τον είχαν οδηγήσει. Ολα αυτά εν μέσω κεφαλαιακών ελέγχων στις τράπεζες και σε ένα κλίμα εξουθενωτικής πόλωσης, που η γενιά μου τουλάχιστον δεν είχε ξαναζήσει.

Ενα βροντερό «ναι» στην πρόταση των δανειστών από τον ελληνικό λαό θα έδινε στον πρωθυπουργό τη δυνατότητα να «μοιραστεί» την ευθύνη υπογραφής μιας συμφωνίας και να εμφανιστεί ως ένας δημοκρατικός ηγέτης που αναγκάστηκε να σεβαστεί τη φωνή του λαού. Το βροντερό «όχι» όμως, που πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν το περίμενε ούτε ο ίδιος, είχε απρόσμενες συνέπειες.

Το αποτέλεσμα αναγνωρίστηκε από όλο το πολιτικό φάσμα ως προσωπική του νίκη και του έδωσε την ελευθερία να το ερμηνεύσει κατά το δοκούν. Σε εκείνη τη συγκυρία, και με δεδομένη τη δημοσκοπική πλειοψηφία υπέρ του ευρώ, αποφάσισε να απομονώσει την εσωκομματική αντιπολίτευση. Ετσι, μεταφράζοντας το «όχι» σε μια ισχυρή εντολή για ό,τι ο ίδιος επιλέξει, ταξίδεψε στις Βρυξέλλες.

Κάπως έτσι, η διαιρετική τομή «Μνημόνιο/αντι-Μνημόνιο» που είχε επικρατήσει τα τελευταία πέντε χρόνια κλιμακώθηκε στις 5 Ιουλίου και αποδομήθηκε μία εβδομάδα μετά, όταν ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. -οι μέχρι τότε κατεξοχήν εκφραστές του αντιμνημονιακού μπλοκ- δεσμεύτηκαν ότι θα περάσουν τα απαραίτητα προαπαιτούμενα μέτρα ούτως ώστε μετά την υπογραφή ενός τρίτου Μνημονίου με τους δανειστές να λάβουν νέο δάνειο ύψους 86 δισεκατομμυρίων ευρώ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης για τα επόμενα τρία χρόνια.

Η πολιτική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα και η επίπονη «διαδικασία-εξπρές» με την οποία έπρεπε να περάσουν τα προαπαιτούμενα μέτρα οδήγησαν σε μετωπική σύγκρουση το 1/3 της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ με το υπόλοιπο κόμμα αλλά και τη συμπαγή ομάδα των ΑΝ.ΕΛΛ. που υπερψήφισαν όλα τα μέτρα.

Τα προαπαιτούμενα μέτρα πέρασαν τον Αύγουστο με αυξημένη πλειοψηφία, αλλά για να επιτευχθεί αυτό χρειάστηκαν οι ψήφοι της αντιπολίτευσης (εκτός βέβαια του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής που ήταν πλέον τα μόνα αντιμνημονιακά κόμματα στη Βουλή).

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου ήταν συνεπώς απαραίτητες, τόσο για εσωκομματικούς λόγους όσο και για λόγους νομιμοποίησης, αφού η κυβερνητική «πλειοψηφία» είχε πέσει στους 118 βουλευτές. Από τη σκοπιά του πρωθυπουργού, όσο πιο σύντομα γίνονταν οι εκλογές τόσο πιο απροετοίμαστοι θα ήταν οι πολιτικοί ανταγωνιστές του, ιδίως η Λαϊκή Ενότητα (ΛΑ.Ε.) που συγκροτήθηκε από την εσωτερική του αντιπολίτευση.

Αλλωστε, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ βρίσκονταν σε περίοδο αλλαγής ηγεσίας. Επιπλέον, κανένα από τα νέα επώδυνα μέτρα δεν είχε εφαρμοστεί ακόμη, η κομματική ταύτιση αυτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο ήταν ακόμη σχετικά ισχυρή και ο Αλέξης Τσίπρας διατηρούσε την αίγλη του ηγέτη που κοίταξε την άβυσσο και γύρισε πίσω. Κατά την προεκλογική περίοδο, ο πρωθυπουργός δικαιολόγησε την επιλογή του επιμένοντας ότι το δίλημμα που του τέθηκε ήταν: «Μνημόνιο με δραχμή ή Μνημόνιο με ευρώ».

Η πλειοψηφία των πολιτών -τουλάχιστον από το σχετικά χαμηλό ποσοστό αυτών που πήγαν να ψηφίσουν- εμπιστεύτηκε για άλλη μια φορά τον ΣΥΡΙΖΑ. Τα εκλογικά αποτελέσματα του Σεπτεμβρίου, πάντως, έδειξαν ότι η διαιρετική τομή Μνημόνιο/αντι-Μνημόνιο που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο είχε ήδη ξεθυμάνει - αρκεί να αναφέρει κανείς ότι η ΛΑ.Ε. δεν κατάφερε να μπει καν στη Βουλή.

Αυτή τη φορά η υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι το Μνημόνιο θα εφαρμοζόταν με κοινωνικά δίκαιο τρόπο βάζοντας τέλος στη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά των «παλιών» κομμάτων· οι ψήφοι που απέσπασε ήταν μάλλον «ανοχής».

Η πρώτη κρίσιμη κοινοβουλευτική στιγμή μετά την επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε τον Δεκέμβριο με τα 13 προαπαιτούμενα μέτρα που περιλάμβαναν το άνοιγμα της αγοράς των επιχειρηματικών «κόκκινων» δανείων σε distress funds και την εφαρμογή ενός νέου ενιαίου μισθολογίου στον δημόσιο τομέα. Το νομοσχέδιο πέρασε, η δόση εκταμιεύτηκε, αλλά η ψηφοφορία θύμισε σε όλους ότι η κυβερνητική πλειοψηφία ήταν μόλις 153 βουλευτές.

Το βάρος πέφτει στους ώμους του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα (και των συνεργατών του) να αποδείξει στους ψηφοφόρους που τον εμπιστεύτηκαν -ακόμη και μετά την αθέτηση των αρχικών δεσμεύσεών του- ότι η διακυβέρνησή του όντως διασφαλίζει την κοινωνική δικαιοσύνη, ότι καταπολεμά τη φοροδιαφυγή και ότι επιδιώκει επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

H κυβέρνηση, που αποτελείται εν πολλοίς από στελέχη τα οποία νιώθουν πιο άνετα όταν κάνουν κριτική παρά όταν σχεδιάζουν και εφαρμόζουν πολιτικές, έχει μπροστά της σκοπέλους όπως το ασφαλιστικό και τη φορολόγηση των αγροτών, ζητήματα με αντικειμενικές διαχειριστικές δυσκολίες.

Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει πλέον έναν καθαρό πολιτικό λόγο που εκφράζεται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος φαίνεται να διεμβολίζει αποτελεσματικά τον χώρο του Κέντρου μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει σκληρά μνημονιακά μέτρα και ιδιωτικοποιήσεις (π.χ. οι συμβάσεις παραχώρησης των περιφερειακών αεροδρομίων) με πολιτικές πρωτοβουλίες σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως π.χ. η τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας και το σύμφωνο συμβίωσης) και με μια ρητορική κατά του νεοφιλελευθερισμού.

Η διαιρετική τομή Μνημόνιο/αντι-Μνημόνιο, που ανέδειξε τον αρχηγό του μικρότερου πολιτικού κόμματος το 2009 σε πρωθυπουργό το 2015, εξαντλήθηκε. Η Ιστορία θα δείξει αν η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία ήταν συγκυριακή ή όχι.

*Eπίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο George Washington University και συγγραφέας του βιβλίου «Οικοδομώντας το έθνος», που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ