Ενας διάλογος δημοκρατίας και ελευθερίας

antonio_negkri-630.jpg

Ο Αντόνιο Νέγκρι Ο Αντόνιο Νέγκρι, Ιταλός διανοούμενος, φιλόσοφος και αγωνιστής | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο διάλογος, η άμεση διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και βιώματος, απτής πράξης και εικαστικού έργου και όλα αυτά ως «34 ασκήσεις ελευθερίας» είναι η βασική επιδίωξη της documenta 14, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην πρώτη ημέρα της διοργάνωσης.

Καθόλου τυχαίος δεν είναι ο τόπος που επιλέχθηκε για τις δράσεις της: το Πάρκο Ελευθερίας, μέσα στο κτίριο του ΕΑΤ - ΕΣΑ. «Τι θα κάνουμε με αυτή την ιστορία;» αναρωτήθηκε ο επιμελητής του προγράμματος, Πολ Πρεσιάδο.

«Θέλουμε να επιτύχουμε μια ροή φωνών, σωμάτων και ιστορίας ως στοιχεία αναβίωσης της μνήμης» απάντησε. «Γι’ αυτό και ξεκινάμε, θέλοντας να κάνουμε σαφές το πλαίσιο όλης της διοργάνωσης και το πνεύμα του προγράμματος με έναν διάλογο για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Δεν είναι τυχαίο, πιστεύουμε, πως μερίδα του ελληνικού Τύπου καταφέρθηκε με σκληρά σχόλια για το πρόγραμμα αυτό. Ισως επειδή τολμήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη “δημοκρατία” σε μια εποχή που οι δημοκρατικοί μας θεσμοί είναι κενοί, ερείπια, φέρετρα» είπε συγκεκριμένα.

Η έναρξη έγινε από ομάδα καλλιτεχνών-ακτιβιστών για την πολιτιστική κληρονομιά (η Λίνεα Ντικ, μελετητής της κουλτούρας αρχαίων φυλών στον Καναδά, τραγούδησε ύμνους για τη γη και το καλωσόρισμα φίλων) και για τα πολιτικά δικαιώματα (ο Νίλας Σόμπι, Λάπωνας ακτιβιστής υπέρ αυτόχθονων πληθυσμών στη Νορβηγία, υπεραμύνθηκε αυτών).

Ωστόσο, βασικός ομιλητής της βραδιάς ήταν ο Ιταλός φιλόσοφος, διανοούμενος και αγωνιστής της Αριστεράς, Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος συστήθηκε ως «Τόνι». Ολοι καταλάβαμε (ο χώρος ήταν κατάμεστος, μέσα κι έξω) πως θα μιλούσε προσωπικά, από καρδιάς, και έτσι έγινε.

«Είμαι ένας άνθρωπος του 20ού αιώνα, γέρος πια, που κάποτε έζησε μια “άσκηση ελευθερίας”, γεννημένη μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες ταξικού αγώνα. Για μας, όταν ήμουν νέος, σε ένα συντηρητικό περιβάλλον στην Ιταλία, με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, η ελευθερία μάς δινόταν με τα όρια που επέβαλλαν η εκκλησία, η οικογένεια και η φάμπρικα.

Ωστόσο, ο αντιφασιστικός αγώνας και το πάθος για μια ελευθερία πραγματική, μια ελευθερία εν ελευθερία και όχι προκατασκευασμένη, με διαπερνούσε.

Εμένα και ένα σωρό συντρόφους, που αγωνιστήκαμε και φυλακιστήκαμε για μια ελευθερία σωματική, διαδραστική, πέρα από την εξουθένωση της εργατικής τάξης» δήλωσε, κάνοντας τον απολογισμό του.

«Επιδιώξαμε το τέλος του γλυκερού σοσιαλισμού, θέλαμε την επανάσταση εδώ και τώρα. Αυτή έγινε, αλλά οδήγησε σε μία θλιβερή νίκη, καθώς εν τέλει η Αριστερά δεν μπόρεσε να χειριστεί τα νέα δεδομένα και μετά το ’70 πέθανε.

Σήμερα, το ερώτημα τίθεται ξανά: Μη λέτε “τι θα κάνουμε;” αλλά “τι κάνουμε τώρα”... Δεν είμαι αισιόδοξος. Ομως, ακόμη και στην απαισιοδοξία μας, πρέπει να είμαστε ικανοί να ανασυνθέσουμε την ελευθερία μας, άρα και τη δημοκρατία» κατέληξε.