Ενα πορτρέτο του Παπαδιαμάντη

Γινόταν ο χαμός τότε στα σπίτια του Γιάννη και της Γεωργίας.

Και λέω «σπίτια», γιατί ήταν δύο: μια παλιά μονοκατοικία με αυλή στη Μεταμόρφωση, έξω από το Ηράκλειο, το πρώτο, και μετά στο δικό τους πλέον, μεσοπολεμικό τριώροφο στα Εξάρχεια, στα σκαλάκια της Θεμιστοκλέους, όπου και παντρεύτηκαν, με μάρτυρα (κουμπάρο δηλαδή) τον επιγραφόμενο, στο Κεντρικό Δημαρχείο, με αντιδήμαρχο στέψεως μια παλιά δόξα του ελληνικού ποδοσφαίρου, τον Κώστα Λινοξυλάκη, με τον Γιάννη κατενθουσιασμένο, με αυτόν τον ενθουσιασμό παιδιού που δεν τον άφησε ποτέ, στη δουλειά και στη ζωή ένα παιδί που μεγάλωνε.

Σ’ αυτό το σπίτι, της Θεμιστοκλέους, γίνονταν οι μεγάλοι χαμοί. Τα ξενύχτια μέχρι τελικής πτώσεως.

Τα ποτά, οι μεζέδες, το τραγούδι –λαρυγγισμοί ως επί το πλείστον που έκαναν τη γειτονιά ν’ αλλάζει κρεβατοκάμαρες και να βουλώνει παράθυρα καλοκαιριάτικα.

Της «ευρύτερης Αριστεράς» οι περισσότεροι, γλιστρούσε πότε πότε στην παρέα και κανένας κουκουές, η σύμπτωση απόψεων και η συμφωνία ήταν εγκλήματα καθοσιώσεως που επατάσσοντο αυθωρεί.

Ετσι και τολμούσες να προφέρεις το ρήμα «συμφωνώ» σε κάποιον, αυτός ο κάποιος αυτομάτως διαφωνούσε με τον εαυτό του!

Τα γονίδια της Αριστεράς έχουν κάτι από γονίδια κλειστού κυκλώματος, είναι ενδοεπιμειξιακά, κάπου σαν να αυτοαναπαράγονται.

Ο Γιάννης το είχε καταλάβει αυτό όσο λίγοι, και το ενεθάρρυνε σε κάθε ευκαιρία, για να κυλάει το βράδυ με ενδιαφέρον.

Ετσι όπως ήταν και από τη φύση του, όπως και η Γεωργία, άνθρωποι αδυσώπητα φιλόξενοι, ξημέρωνε χωρίς να το καταλάβεις.

Σ’ ένα από κείνα τα αλησμόνητα βράδια, ή μάλλον ξημερώματα, του ζήτησα, θυμάμαι, να μου φτιάξει ένα πορτρέτο του Παπαδιαμάντη.

«Δεν βιάζομαι! Ούτε εσύ να βιαστείς!», είπα.

«Κουμπάρε, μου βάζεις δύσκολα… Μία φωτογραφία υπάρχει όλη κι όλη…», πρόσθεσε αμήχανος (η αμηχανία είναι ευθύνη του μεγάλου καλλιτέχνη, οι μικροί δεν την έχουν).

«Αυτή τη φωτογραφία…», είπα (η γνωστή, που του τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας στο καφενεδάκι της Δεξαμενής). «Δεν θέλω τον Παπαδιαμάντη του Νιρβάνα. Θέλω τον Παπαδιαμάντη του Καλαϊτζή!».

Εκτοτε το αίτημά μου για το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη διατυπωνόταν σε κάθε μας συνάντηση, μεταξύ αστείου και σοβαρού και περνούσαν τα χρόνια.

Είχε γίνει πια γραφικό. Του το έλεγαν και οι κοινοί φίλοι στα στέκια μας στα Εξάρχεια: «Ρε Γιάννη, τι γίνεται ο Παπαδιαμάντης του Πέτρου!».

Μειδιούσε ο Γιάννης πίσω από τα πλούσια γένια του.

Παραμονή Χριστούγεννα του 2015, σε μία από τις τελευταίες εξόδους του από το νοσοκομείο, εμφανίστηκε μεσημεράκι στη «Μουριά».

Κόσμος πολύς. Κάλαντα. Ηρθε και κάθισε δίπλα μου.

Ανοιξε ένα ντοσιέ, έβγαλε από μέσα ένα φάκελο και μου τον έδωσε. Ολοι στο τραπέζι παρακολουθούσαν άφωνοι!

«Πάρ’ το επιτέλους, μήπως και ησυχάσω από σένα!» είπε.

Μέλος της
ΕΝΕΔ