Εκδοχές του «νέου 1821»

neokosmos_grigoriadis.jpg

Ο απόστρατος στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης κηρύσσει την έναρξη των εργασιών του Εθνικού Συμβουλίου στις Κορυσχάδες (14/5/1944). Η σύγκριση με το 1821 κυριαρχεί στο φόντο Ο απόστρατος στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης κηρύσσει την έναρξη των εργασιών του Εθνικού Συμβουλίου στις Κορυσχάδες (14/5/1944). Η σύγκριση με το 1821 κυριαρχεί στο φόντο | ΣΠ. ΜΕΛΕΤΖΗΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ

«Η Ελλάς δεν είνε δυνατόν να αδικηθή. Αισιοδοξήσατε απολύτως»

Γεώργιος Τσολάκογλου, ραδιοφωνική ομιλία για την 25η Μαρτίου 1942

Ξεφυλλίζοντας κανείς ημερολόγια και εφημερίδες της Κατοχής, μοιραία εντυπωσιάζεται από την αντίστροφη συμμετρία των εορτασμών της 25ης Μαρτίου (και των εν γένει αναφορών στο 1821) απ’ όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές: δεξιούς κι αριστερούς, αντιστασιακές οργανώσεις και δωσιλογική διοίκηση, ενεργά στρατευμένους πολίτες και απλούς παρατηρητές των γεγονότων· καθένας με τη δική του, φυσικά, ερμηνεία του παρελθόντος και σύνδεσή του με το (τότε) σήμερα.

Ακόμη και οι Γερμανοί κατακτητές, όπως εξηγούμε στις επόμενες σελίδες, θεώρησαν κάποια στιγμή απαραίτητο ν’ αναλύσουν στο εγχώριο κοινό τη δική τους άποψη για την ελληνική Παλιγγενεσία του προηγούμενου αιώνα.

Η σύμπτωση αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ιδρυτικό γεγονός του ελληνικού εθνικού κράτους και καθοριστική στιγμή της συγκρότησης του νεοελληνικού έθνους, η Επανάσταση του 1821 απέκτησε καινούργιο νόημα (κι επικαιρότητα) μετά τη στρατιωτική ήττα και κατοχή της χώρας, τη συνεργασία της εναπομείνασας στρατιωτικής ηγεσίας με τον κατακτητή και την υπαγωγή της δημόσιας διοίκησης στις επιταγές του.

Η επανανοηματοδότηση αυτή σημαδεύτηκε από την ανάδειξη του εθνικισμού σε κοινό ιδεολογικό τόπο Αντίστασης και δωσιλογισμού, με διαμετρικά αντίθετες ωστόσο πρακτικές απολήξεις.

Εξέλιξη που με τη σειρά της επιβεβαίωσε, για μιαν ακόμη φορά, την πρωτεϊκή ικανότητα του εθνικισμού να εκφράζει ανταγωνιστικά κοινωνικά συμφέροντα και αποκλίνοντα ή συγκρουόμενα πολιτικά σχέδια – δυνατότητα που εξηγεί και τη διαχρονική αντοχή του ως ηγεμονικής ιδεολογίας μετά την είσοδο των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο.

Το ’21 της Αντίστασης

Ομιλίες των ηγετών του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντου και Γιάννη Ζέβγου στο Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων, με φόντο τα πορτρέτα αγωνιστών του ’21 (Μάιος 1944) Ομιλίες των ηγετών του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντου και Γιάννη Ζέβγου στο Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων, με φόντο τα πορτρέτα αγωνιστών του ’21 (Μάιος 1944) |

Για τις αντιστασιακές οργανώσεις κάθε απόχρωσης, τα πράγματα ήταν εξαιρετικά απλά: με τη χώρα ξανά σκλαβωμένη, χρειαζόταν ένα νέο 1821 για την απελευθέρωσή της.

Από κει και πέρα, κάθε συλλογικότητα χρωμάτιζε αυτό το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα (τόσο στην ιστορική όσο και στην καινούργια εκδοχή του) με τα κοινωνικά συμφραζόμενα που ταίριαζαν στην ιδεολογία της.

«Αι εθνικαί μας ομάδες πολεμούν ηρωικότατα, έχουσαι ως ορμητήρια τα απροσπέλαστα ελληνικά βουνά, αναβιούσαι ούτω πλήρως την έννοιαν των “αρματωλών και κλεφτών” του ιερού απελευθερωτικού μας αγώνος του 1821», διακηρύσσει π.χ. το «Ελληνικόν Αίμα», η κυριότερη παράνομη εφημερίδα του εθνικόφρονος χώρου, σ’ ένα ρεπορτάζ που εξυμνεί τη δράση του ΕΛΑΣ δίχως να τον κατονομάζει (1/9/1942).

«1821-1944. Δυο σταθμοί αξέχαστοι στην ιστορία της Νέας Ελλάδας. Και πώς μοιάζουν!», διαπιστώνει απ’ την πλευρά της η «Συναγωνίστρια», όργανο της Επιτροπής Γυναικών ΕΑΜ Δυτικής Μακεδονίας (30/3/1944).

«Ο σκλαβωμένος Ελληνικός λαός και τότε και τώρα ξεσηκώνεται. Το 1821 για να διώξει τη βαριά σκλαβιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που 400 χρόνια τού πλάκωνε στα στήθη. Τώρα για να διώξει τη γερμανοβουλγάρικη φασιστική σκλαβιά».

Η ίδια σύγκριση αναπαράγεται κι από τη λαϊκή μούσα της Αντίστασης: «ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι», «αντάρτης, κλέφτης, παλληκάρι, πάντα είν’ ο ίδιος ο λαός».

Το αποκορύφωμα θα έρθει με την οικοδόμηση των θεσμών της Ελεύθερης Ελλάδας.

Τοιχογραφίες των ηρώων του ’21 κοσμούν την αίθουσα εργασιών του Εθνικού Συμβουλίου στις Κορυσχάδες, που από το θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ θα παρομοιαστεί με την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (ΚΟΜΕΠ, 5-6/1944, σ.8).

Οι σχετικές αναφορές δεν περιορίζονται στα προπαγανδιστικά κείμενα μαζικής απεύθυνσης, αλλά διαπερνούν ακόμη και τον σκληρό πυρήνα της κομμουνιστικής φιλολογίας:

«Οι ηρωικές παραδόσεις του 1821 ξανάζησαν στις 25 Ιούνη», διαβάζουμε στο «Εσωκομματικό Δελτίο» της ΚΟΑ (16/7/1943) για την πρόσφατη κινητοποίηση κατά των μαζικών εκτελέσεων, ενώ ο Γιάννης Ζέβγος στην εισήγησή του προς τη 10η Ολομέλεια της Κ.Ε. ταυτίζει τον ΕΛΑΣ με «τις παραδόσεις των παλληκαριών του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη» (ΚΟΜΕΠ, 2/1944, σ.14).

Για την ΕΑΜική αντίσταση και τους κομμουνιστές, η αναβίωση του 1821 συνοδευόταν φυσικά από την επίγνωση (και υπόμνηση) του ανολοκλήρωτου χαρακτήρα εκείνου του πρώτου αγώνα.

«Το 1821 είναι τώρα για μας ζωντανή πραγματικότητα», τονίζει χαρακτηριστικά το επετειακό κύριο άρθρο του παράνομου «Ριζοσπάστη» (23/5/1943).

«Δεν πρόκειται πια όπως γινόταν εκατό και πάνω χρόνια να το εξυμνήσουμε σαν ένα πατρογονικό ανδραγάθημα και να υπερηφανευτούμε γι’ αυτό. Τώρα το ξαναζούμε με όλο του το τραγικό μεγαλείο και πρέπει να το υψώσουμε μπροστά στα μάτια μας, όχι μόνο σαν παράδειγμα για να αντλήσουμε φρόνημα και δύναμη ψυχική, παρά να το συνεχίσουμε και να το ολοκληρώσουμε. Να το ξαναπιάσουμε από την αρχή και να το φέρουμε στο ποθητό τέλος».

«Συνεπής συνεχιστής των παραδόσεων της Επανάστασης του '21, ο Λαός μας τραβάει για μια Ελλάδα λεύτερη, ακέραια και Λαοκρατούμενη», ξεκαθαρίζει πάλι η «Αλήθεια», όργανο του Δυτικομακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ (20/3/1944).

«Η ώρα της απολύτρωσης πλησιάζει και ο Λαός μας θα πραγματοποιήσει όλα όσα ονειρεύτηκαν οι λαϊκοί αγωνιστές του 1821».

Ακόμη κι ο ένοπλος δωσιλογισμός βρίσκει σ’ αυτό το σχήμα το ισοδύναμό του:

«Το 21 ήταν οι Ιμπραΐμηδες στο Μωρηά και οι προσκυνημένοι Νενέκοι. Τώρα είναι οι Ούννοι και οι Βρεττάκοι-Ντερτιλήδες. Μα η ψυχή του Κολοκοτρώνη ζει όπως τότε και τα λόγια του πέρασαν στα χείλη των αγωνιστών του '44»

(«Ριζοσπάστης» 20/3/1944).

«Δεν είμαστε τώρα πια παρά πιστοί εφαρμοστές των λόγων του Κολοκοτρώνη: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

(«Λαϊκό Βήμα», όργανο του ΕΑΜ Καστοριάς, 3/1944).

Η 25η Μάρτη γιορτάζεται κι από τα έντυπα των μειονοτικών οργανώσεων του ΕΑΜ.

Η «Славjано-Македонски Глас» (Σλαβομακεδονική Φωνή) του ΣΝΟΦ Καστοριάς εξέδωσε π.χ. ειδικό φύλλο στις 25/3/1944, παραλληλίζοντας τη νικηφόρα ελληνική Επανάσταση του 1821 με την άκαρπη αντιοθωμανική εξέγερση του 1903.

Το ’21 της Αθήνας

Η συμβολική σύνδεση της 25ης Μαρτίου με την αντικατοχική αντίσταση δεν έμεινε μόνο στα λόγια.

Μετουσιώθηκε σε μαχητικές εκδηλώσεις στο κέντρο της κατεχόμενης Αθήνας.

 Η πρώτη επέτειος, το 1942, τιμήθηκε κυρίως από τους φοιτητές.

Διαδήλωση φοιτητών στη Σόλωνος (24/3/1942) Διαδήλωση φοιτητών στη Σόλωνος (24/3/1942) |

Στις 23-24 Μαρτίου ο ιταλικός στρατός πραγματοποίησε παρελάσεις στο κέντρο της πρωτεύουσας, για τη δική του 23η επέτειο από την ίδρυση των Φασιστικών Ταγμάτων (23/3/1919) αλλά και «προς εκφοβισμό»: στις 23/3 «ένα σύνταγμα ιππικού με γυμνά σπαθιά», την επομένη «ιππικό, μηχανοκίνητες δυνάμεις και πυροβολικό» (Γιώργος Θεοτοκάς, «Σελίδες Ημερολογίου», Αθήνα 1987, σ.348).

Η τρομοκρατική αυτή επίδειξη δύναμης δεν εμπόδισε εκατοντάδες φοιτητές, μέλη κυρίως του ΕΑΜ και δευτερευόντως των «αστικών» οργανώσεων, να βγουν στους δρόμους αψηφώντας τις κατοχικές αρχές.

Επί ένα διήμερο οργάνωσαν μικροδιαδηλώσεις, κατέθεσαν στεφάνια σε αγάλματα ηρώων του 1821 και διαλύθηκαν από τους καραμπινιέρους με κοντακιές και πυροβολισμούς.

Εξίσου βίαια χτυπήθηκαν από τους Ιταλούς και κάποιοι τραυματίες της Αλβανίας, που προσπάθησαν να καταθέσουν στεφάνι στον Αγνωστο Στρατιώτη.

Σε γενικές γραμμές, η καταστολή παρέμεινε πάντως στο επίπεδο του αστυνομικού σωφρονισμού: «Κάπου 150 φοιτητές φυλακίστηκαν για τις σκηνές της 25ης», σημειώνει λίγο αργότερα στο ημερολόγιό του ο Θεοτοκάς. «Ακούω ότι δυο παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο και ότι όλοι δαρθήκανε πολύ άσκημα, με σαδιστική διάθεση».

Κάποιοι Αθηναίοι οργάνωσαν πάλι πατριωτικές τελετές σε στενό κύκλο.

«Οπως πολλοί άλλοι γιορτάσαμε κι εμείς κρυφά τη σημερινή επέτειο σπίτι μας μαζί με καμιά τριανταριά φίλους μας», αναγράφει στο ημερολόγιό του ο καθηγητής του Ψυχικού, Μίνως Δούνιας.

«Ενας διάβασε τον Υμνο της Ελευθερίας, άλλος μάς μίλησε για τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13 και άλλοι, στρατιώτες στον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς, για τις εντυπώσεις τους της ηρωικής αυτής εποχής του Εθνους» (Αθήνα 1987, σ.136).

«Εγιναν πολλές ιεροτελεστίες σε απόμερα εκκλησάκια και ιδιωτικά παρεκκλήσια», σημειώνει το ίδιο βράδυ ο Θεοτοκάς.

«Βρέθηκα σε μια τέτοια τελετή (στο παρεκκλήσι της Σ[οφίας] Α[ντωνιάδη], στο κέντρο της πόλης) όπου ο λειτουργός μίλησε πολύ απλά και όμορφα» (όπ.π., σ.349).

Για το ίδιο συμβάν διαθέτουμε και μια δεύτερη, διεξοδικότερη μαρτυρία – του Χριστόφορου Χρηστίδη:

«Το απόγευμα έγινε στο σπίτι των Αντωνιάδηδων, οδ. Ξενοφώντος 7, στο εκκλησάκι που υπάρχει στο βάθος της αυλής, μια δοξολογία. Δεν βάσταξε πολύ. Ο Παπα-Λουκάς είπε στο τέλος πέντε λόγια. Τα είπε μετρημένα και συγκινητικά. Κατόπιν περάσαμε στο σπίτι, όπου μίλησε, επίσης με συντομία κι επίσης συμπαθητικά, ο Αχιλλέας Κύρου. Κατόπι... πιάστηκα με τον Γιώργο Θεοτοκά, που ξεχάστηκε να μου πει πρώτα πως μιλώ μ’ επιπολαιότητα και κατόπι πως λέω συκοφαντίες, επειδή είπα πως οι σημερινοί υπουργοί διατηρούν επαφή με τον “πολιτικό κόσμο” και πρόσθεσα, ειδικά για τον Παπανδρέου, πως αυτός ήταν απ’ τους ενθερμότερους θιασώτες τού να σχηματιστεί κυβέρνηση μετά την είσοδο των Γερμανών»

(«Χρόνια Κατοχής. Σελίδες ημερολογίου», Αθήναι 1971, σ.230).

 Σε εντελώς διαφορετικό κλίμα ξετυλίχθηκε ο γιορτασμός της 25ης Μαρτίου 1943.

Επίθεση έφιππων καραμπινιέρων σε διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος (25/3/1943). Επίθεση έφιππων καραμπινιέρων σε διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος (25/3/1943). |

Ηδη από τα μέσα Φλεβάρη η Αθήνα βίωνε μια κατάσταση γενικευμένης εξέγερσης, με διαδοχικές γενικές απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στα σχέδια πολιτικής επιστράτευσης εργατών για τη γερμανική βιομηχανία.

Η εθνική γιορτή λειτούργησε, εκ των πραγμάτων, σαν ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα των μαχητικών κινητοποιήσεων των ημερών.

«Τι παλλαϊκό ξεσήκωμα το σημερινό! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σημερινή μέρα», διαβάζουμε στο ημερολόγιο μιας 26χρονης μεσοαστής.

«Κατεβαίνω στο Σύνταγμα στις 11.30'. Η πλατεία γεμάτη κόσμο ήσυχο που κάνει τον περίπατό του στον ήλιο. Οι γύρω δρόμοι ήσυχοι, λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Σ’ ένα τέταρτο η Αθήνα έχει αλλάξει όψη. Πώς ξεφυτρώσανε έτσι άξαφνα οι χιλιάδες αυτές του κόσμου που τρέχει έξαλλος φωνάζοντας “Λευτεριά” σ’ όλους τους κεντρικούς δρόμους, πού βρεθήκανε με μιας οι χιλιάδες σημαίες -φέιγ βολάν- που περνούν πάνω από τα κεφάλια μας, οι τεράστιες σημαίες επί κεφαλής των διαδηλωτών; [...] Οι Ιταλοί δράσανε πάλι. Το ιππικό τους έκανε επέλαση με το σπαθί γυμνό στις πλατείες και τους δρόμους της Αθήνας. Ενα παιδί έπεσε σχεδόν μπροστά μου -απ’ έξω απ’ το Υπουργείο Παιδείας- χτυπημένο από χειροβομβίδα, πέσανε κι άλλοι αλλού και χτυπηθήκανε πολλοί. Βάφτηκαν πάλι μ’ αίμα οι δρόμοι της Αθήνας. Μα η φλόγα έχει ανάψει πια καλά κι ό,τι κι αν κάνουν δεν τη σβύνουν»

(Ειρήνη Ζαχαρία, «Ημερολόγιο Κατοχής», Αθήνα 2016, σ.47).

«Η διαδήλωση που ερχότανε από τη Μητρόπολη στο Σύνταγμα έπιανε όλο σχεδόν το μήκος του δρόμου από την εκκλησία ώς την πλατεία», συμπληρώνει στο δικό του ημερολόγιο ο Θεοτοκάς.

«Η διαφορά με τις προηγούμενες εθνικές εορτές είναι ότι άλλοτε οι θρησκευτικές τελετές μ’ εθνικό χαρακτήρα γινόντανε κρυφά, ενώ τώρα γίνουνται όλα φανερά και στις κεντρικές εκκλησίες και στους δρόμους. Επίσης ότι άλλοτε καταλάβαινε κανείς ότι ο στρατός της Κατοχής είχε διαταγή να μην σπρώξει τα πράματα στα άκρα, ενώ τώρα με την παραμικρή αφορμή χτυπούν στο ψαχνό με σπαθιές από τ’ άλογα, πιστολιές, πυροβολισμούς, χειροβομβίδες. Ο πληθυσμός τα έχει συνηθίσει όλα αυτά και δεν τα χάνει. Η νεολαία δίνει στην υπόθεση έναν τόνο σχολικής χαζούρας, ενώ όμως πέφτουν κορμιά» (σ.407-8).

«Τέτοιον εορτασμό στην εθνική της εορτή δεν είδε ποτέ ώς τώρα η Ελλάδα», συνοψίζει μια πενηντάρα εθνικόφρων Κολωνακιώτισσα, ενθουσιασμένη -μεταξύ άλλων- από τη δυναμική παρουσία της ΕΠΟΝ στη γειτονιά της:

«Το πρωί οι τοίχοι των σπιτιών βρεθήκανε γεμάτοι με τα γνώριμα κόκκινα γράμματα: Αέρα, αέρα, πόλεμος, λευτεριά, δόξα στους ομήρους, εκδίκηση, κάτω η τυραννία, βοηθήστε τους αντάρτες, 1943-1918, Ν’ ανοίξουνε οι φυλακές, 1821-1943»

(Μαρία Αντωνοπούλου, «Ημερολόγιο κατοχής», Αθήνα 2014, σ.122-3).

Το ’21 του δωσιλογισμού

Καθημερινή- 1942

Το 1942 οι επίσημες τελετές της κυβέρνησης Τσολάκογλου, του Πανεπιστημίου και της Ακαδημίας «περιφρονήθηκαν από το πλήθος» (Θεοτοκάς 1987, σ.349), ενώ ακόμη και στα σχολεία σημειώθηκαν αντιδράσεις μαθητών στον διατεταγμένο εορτασμό (Δούνιας 1987, σ.135-6).

Μάταια ο Τσολάκογλου προσπάθησε στο διάγγελμά του να φιλοτεχνήσει μια εικόνα συνέχειας με το αυταρχικό προπολεμικό παρελθόν:

«Συνεχίζομεν την παράδοσιν του 1821 σφυρηλατούντες ακατάλυτον κοινωνικήν αλληλεγγύην, εσωτερικήν πειθαρχίαν, νομιμόφρονα αξιοπρέπειαν και σταθερήν προσήλωσιν εις την ιδέαν της Ελλάδος και την κρατικήν έννοιαν»

(«Καθημερινή» 25/3/1942).

Εξίσου άκαρπη αποδείχθηκε και η ραδιοφωνική έκκλησή του προς τη νεολαία, ν’ αποφύγει «τον τυφώνα της κοινωνικής αναρχίας και του αλληλοσπαραγμού» επιλέγοντας το σωστό στρατόπεδο:

«Η ουσία του παρόντος πολέμου συνίσταται εις τον αγώνα των φασιστικών και εθνικοκοινωνικών επαναστάσεων της Ιταλίας και της Γερμανίας κατά του καπιταλισμού και του Κομμουνισμού. [...] Η Ιταλία και η Γερμανία δεικνύουν εις όλους τους λαούς της Ευρώπης ποίον δρόμον οφείλουν να ακολουθήσουν διά να προστατεύσουν την εθνικήν των φυσιογνωμίαν, τας παραδόσεις των, τας θρησκευτικάς δοξασίας των, τους ιερούς δεσμούς της οικογενείας, την ψυχήν των και τον πολιτισμόν των»

(«Καθημερινή» 26/3/1942).

Το 1943 οι αρχές απαγόρευσαν με μια λακωνική ανακοίνωση κάθε εκδήλωση:

«Εκ του γραφείου του κ. Πρωθυπουργού ανακοινούται ότι ουδείς εορτασμός θα γίνη επί τη επετείω της 25ης Μαρτίου»

(«Ελεύθερον Βήμα» 25/3).

Απαγόρευση που, όπως είδαμε, δεν κατάφερε ν’ αποτρέψει ούτε τις μαζικές αντικατοχικές διαδηλώσεις ούτε την αιματοχυσία που ακολούθησε.

Εντελώς διαφορετικές υπήρξαν οι συνθήκες του τρίτου εορτασμού, το 1944.

Η διάχυτη αισιοδοξία της προηγούμενης χρονιάς για γρήγορη απελευθέρωση είχε πια παραχωρήσει τη θέση της σε μια κλιμακούμενη αιματηρή αναμέτρηση ανάμεσα στην ΕΑΜική Αντίσταση και τον ένοπλο δωσιλογισμό, ενώ οι «εθνικές οργανώσεις» όλο και περισσότερο διαπλέκονταν με τον κατοχικό αντικομμουνισμό.

Τον τόνο τούτη τη φορά έδωσε η απόπειρα της κατοχικής κυβέρνησης του Ιωάννη Ράλλη να προσδώσει στην επέτειο έναν «παλλαϊκό» αντικομμουνιστικό χαρακτήρα.

Με ειδική ανακοίνωσή του, το υπουργείο Εσωτερικών γνωστοποίησε ότι «επιτρέπεται εις το κοινόν όπως σημαιοστολίση προαιρετικώς τας οικίας και τα καταστήματα της πόλεως κατά την 25ην Μαρτίου», καθώς και η κατάθεση στεφάνων στον Αγνωστο Στρατιώτη· για να συμμετάσχει στην τελετή, «έκαστον ανεγνωρισμένον Σωματείον» όφειλε πάντως να το δηλώσει προληπτικά στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών, Αγγελο Εβερτ, απαγορεύτηκε δε κάθε άλλη συγκέντρωση «εις πάντα τα σημεία της πόλεως και των προαστείων» («Ελεύθερον Βήμα» 24/3/1944).

Αθηναϊκά Νέα- 1944

Οπως εξήγησε από ραδιοφώνου ο Ράλλης, ο εορτασμός του αγώνα της ανεξαρτησίας οφειλόταν σε «ευγενή συγκατάθεσιν» του κατακτητή:

«Το γερμανικόν Εθνος, το οποίον απονέμει πάντοτε τιμήν και σέβας εις τους ήρωας, ιδία δ’ εις τους μικρούς λαούς, τους αγωνιζομένους υπέρ του Πολιτισμού, συνήνεσε μεθ’ υψηλόφρονος προθυμίας εις τον πανηγυρισμόν της Εθνικής εορτής μας» – όπως ακριβώς είχε επιδείξει τον φιλελληνισμό του κατά τη χιτλερική Ολυμπιάδα του 1936, όταν για πρώτη φορά «η Ιεράν φλοξ από την Ολυμπίαν έφθασε μέχρι του Γερμανικού Σταδίου»

(Χρηστίδης 1971, σ.473).

Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν όλα τα φερέφωνα της κατοχικής προπαγάνδας.

Προκήρυξη της δωσιλογικής ΕΕΕ για την 25η Μαρτίου 1944  ΓΑΚ Προκήρυξη της δωσιλογικής ΕΕΕ για την 25η Μαρτίου 1944 | ΓΑΚ

Με επετειακή προκήρυξή της, η «Εθνική Ενωσις Ελλάς» (ΕΕΕ) ξεσπάθωσε λ.χ. κατά της «αναρχίας» και του «κομματισμού»:

«Σήμερα που η οικονομική και κοινωνική αναρχία κρατεί σκλάβο τον Ελληνικό Λαό και οι άνθρωποι της κομματικής διαπάλης τον σέρνουν προς την καταστροφή και τον εθνικό αφανισμό, σήμερα ακριβώς παρουσιάζεται από κάθε άλλη φορά πιο αναγκαία η Εθνική Ενωση και δι’ αυτής η Εθνική μας Ανάσταση. [...] Από τη σημερινή τιτάνια σύγκρουση πρόκειται να επιζήσουν μονάχα εκείνοι οι Λαοί που συσπειρώθηκαν σ’ ένα συμπαγές εθνικό σύνολο και ύψωσαν τη δύναμή τους ενάντια στους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς του Εθνους των».

Ακόμη σαφέστερος ήταν, στο δικό του διάγγελμα, ο γενικός διοικητής Κρήτης Ιωάννης Πασσαδάκης:

«Ο κίνδυνος της Ελληνικής Πατρίδος δεν είναι από τα περαστικά και φιλοξενούμενα Γερμανικά στρατεύματα αλλ’ είναι από νέον, απρόοπτον αλλά φοβερόν και ιστορικόν κίνδυνον, τον Μπολσεβικισμόν [...] Αναρίθμητοι ορδαί των κτηνανθρώπων Μπολσεβίκων με απαισίας μογγολικάς μορφάς, μυστικά εξοπλισθείσαι και κάτω από το μαστίγιον των κατηραμένων Εβραίων των οδηγών των, ωθούνται κατά των λαών μας της Ηπειρωτικής Ευρώπης και συνεπώς και κατά της μικράς χώρας μας. [...] Η σωτηρία μας μόνον από την Γερμανίαν δύναται να προέλθη. Εάν αυτό δεν γίνη, τότε αυτή θα είναι ίσως η τελευταία φορά κατά την οποίαν εορτάζομεν την Επέτειον της Ελληνικής Πατρίδος»

(«Παρατηρητής» Χανίων, 26/3/1944).

«Προς πρόληψιν ενδεχομένων ταραχών», διατάχθηκε πάντως καλού-κακού το κλείσιμο όλων «των δημοσίων Υπηρεσιών, Τραπεζών και λοιπόν γραφείων καθ’ όλην την ημέραν»

(Ζήσιμος Συνοδινός, «Ημερολόγιο συμβάντων του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών 1943-1945», Αθήνα 2014, σ.69-70).

Το τελικό αποτέλεσμα ισοδυναμούσε με παταγώδες φιάσκο:

«Τυπικός εορτασμός της Εθνικής Εορτής χωρίς συμμετοχή του πληθυσμού. Σημαίες μόνο στα δημόσια καταστήματα» (Θεοτοκάς 1987, σ.466)· «Ούτε μια σημαία δεν υψώθηκε. Ποτέ, σ’ όλα τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς δεν είδανε οι δρόμοι της Αθήνας μια τέτοια ερημιά, μια τέτοια ησυχία, μια τέτοια μεγαλόπρεπη σιωπή, μια τέτοια αξιοπρεπή αποχή του κόσμου από κάθε εκδήλωση γιορτινής χαράς» (Αντωνοπούλου 2014, σ.256). Κι αυτό, παρ' όλο που «αστυνομικά όργανα γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι για να πουν ότι ο σημαιοστολισμός ήταν υποχρεωτικός»

(«Ελληνικόν Αίμα» 27/3/1944).

Ηταν ίσως η τελευταία φορά που οι «αστικές» οργανώσεις συμπορεύθηκαν με το ΕΑΜ, για να ματαιώσουν ένα κατοχικό εγχείρημα που έθετε σε κίνδυνο και τη δική τους αυτοτέλεια.

Δίχως αυτή η άτυπη σύμπραξη ν’ αναστείλει φυσικά τις στρατηγικές τους στοχεύσεις, όπως πιστοποιεί το κομπλεξικό σχολιάκι που αλιεύσαμε στο όργανο της εθνικόφρονος ΡΑΝ:

«200.000 έντυπα επέταξεν το κομμουνιστικόν κόμμα εις τους βόθρους των Αθηνών. Ησαν προκηρύξεις του με τας οποίας εκάλει τον λαόν να πανηγυρίση την 25ην Μαρτίου με σημαιοστολισμόν και άλλας σχετικάς οργανώσεις. Επρόλαβεν όμως εις την φαεινήν ιδέαν η κυβέρνησις Ράλλη και ο κομμουνισμός επροτίμησε να ανακρούση πρύμναν. Ευτυχώς ο λαός των Αθηνών δεν εσήκωσε ούτε μίαν σημαίαν»

(«Κήρυξ», φ.4, Μάρτιος 1944, σ.3).

Το ’21 της Μέσης Ανατολής

Σε αντίθεση με τη ζωντανή πραγματικότητα της κατεχόμενης Ελλάδας, οι εορτασμοί της 25ης Μαρτίου από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση διατήρησαν όλη την τυπική ψυχρότητα του προπολεμικού καθεστώτος.

Αρκετά εύγλωττες επ’ αυτού, οι σχετικές εγγραφές στο ημερολόγιο του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού:

 «25 Μαρτίου [1942]. Ωρα 10 π.μ. εις το Ελληνικόν στρατόπεδον του Kifar Ynar. Ευλογεί σημαίαν και στρατόν Πατριάρχης, επιθεωρεί Βασιλεύς, όστις και ομιλεί εις τον Στρατόν και βραδύτερον εις τους συγκεντρωθέντας αξιωματικούς. Παρέλασις στρατού 7.500 μετά 650 αξιωματικών. Η όλη σκηνή υπέροχος. Εθνική και θρησκευτική τελετή» (τ.Α', σ.588).

 «25 Μαρτίου [1943]. Εορτή, λόγος κτλ. Μήνυμα του Πρωθυπουργού Τσώρτσιλ προς τον Ελληνικόν λαόν. Απάντησίς μου προς αυτόν. Ημερησία διαταγή Βασιλέως προς τας ενόπλους δυνάμεις» (τ.Β', σ.517).

 «25 Μαρτίου 1944. Δύο λόγοι, ένας ραδιοφωνικός, ο δεύτερος εν Αλεξανδρεία. Δημοτικόν στάδιον, 30.000 θεαταί, παρέλασις κ.τ.λ.» (τ. Γ', σ.955).

Την πλήξη των επίσημων τελετών διαταράσσει μόνο η φαγωμάρα των επώνυμων εξορίστων, για τα λιγοστά πόστα εξουσίας.

«25 Μαρτίου. Η εθνική μας γιορτή. Εγώ κλείσθηκα στο δωμάτιό μου. Εγώ δεν είχα το δικαίωμα να πάω στη δοξολογία. Καλύτερα έτσι. Ούτε ο ελληνικός λαός έχει το δικαίωμα να γιορτάζει και να πηγαίνει σε δοξολογίες», σημειώνει λ.χ. το 1943 στο ημερολόγιό του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μισό μήνα μετά την παραίτησή του από την αντιπροεδρία της εξόριστης κυβέρνησης.

Εναν χρόνο μετά, οι πολιτικές προοπτικές του έχουν πια αποκατασταθεί – και, παράλληλα, έχει αναθεωρηθεί δραστικά η άποψή του για τον εορτασμό της επετείου:

«Στις 24 Μαρτίου έγινε στο Ελληνικό Κέντρο Καΐρου ένα μεγάλο πρόγευμα προς τιμήν του Ναχάς Πασά και του Τσουδερού. Οι καλεσμένοι ήμασταν πάνω από εκατόν τριάντα. Στο τραπέζι όπου τοποθετήθηκα, δεξιά μου είχα τον Αιγύπτιο υπουργό της Δικαιοσύνης και αριστερά μου τον υφυπουργό των Εξωτερικών Μοχάμεντ Σαλά ελ Ντιν Μπέη [...]. Στις 25 Μαρτίου πήγα στη δοξολογία»

(Π. Κανελλόπουλος, «Ημερολόγιο Κατοχής», Αθήνα 2003, σ.406).

Το 1821, ο «ζωτικός χώρος» και η Ευρώπη

25 Μαρτίου 1944. Κατάθεση στεφάνου από τον Ιωάννη Ράλλη στον Αγνωστο Στρατιώτη 25 Μαρτίου 1944. Κατάθεση στεφάνου από τον Ιωάννη Ράλλη στον Αγνωστο Στρατιώτη | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η άδεια των κατοχικών αρχών προς την κυβέρνηση Ράλλη να γιορτάσει με τον τρόπο της την 25η Μαρτίου 1944 συνοδεύτηκε από τη δημόσια προβολή της ναζιστικής άποψης για το νόημα της ελληνικής παλιγγενεσίας.

Αρθρο των «Γερμανικών Νέων εις την Ελλάδα», με τίτλο «Το 1821 και ημείς!», αναδημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα σε ελληνική μετάφραση στο «Ελεύθερον Βήμα» (26/3/1944).

Τυπικό δείγμα ύστερου χιτλερικού λόγου στην κατεχόμενη Ευρώπη, το κείμενο συνδέει τον ναζιστικό φυλετισμό με την επαγγελία μιας «Ευρώπης των εθνών» (υπό γερμανική ηγεμονία).

Προσπαθεί επίσης ν’ απαντήσει στη διάχυτη πρόσληψη του αντικατοχικού αγώνα ως «νέου ’21», επιστρατεύοντας κάποια γνώριμα επιχειρήματα: από την ενοχοποίηση των ίδιων των κατακτημένων για τις καταστροφικές επιπτώσεις της κατοχής, μέχρι την καταγγελία της ΕΑΜικής Αντίστασης σαν «εμφυλίου πολέμου» και τρομοκρατικής επιβολής στους «ειρηνικούς πολίτες», που αναγκάζει τη Βέρμαχτ ν’ «αντιτάξει βίαν εις την βίαν».

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Ο ελληνικός αγών της ανεξαρτησίας του 1821 υπήρξε είς γνήσιος εθνικός αγών, μία επανάστασις, η οποία ήθελε να δώσει πάλιν εις χείρας του ελληνικού λαού τον ζωτικόν χώρον της φυλής, μία επανάστασις υπέρ της θρησκείας των πατέρων, υπέρ του τρισχιλιετούς πολιτισμού, υπέρ της υπάρξεως αυτού τούτου του Εθνισμού.

Ο Γερμανός, ο οποίος υπερημύνθη τότε του αγώνος των Ελλήνων και ο οποίος αγωνίζεται τώρα ο ίδιος διά τας αυτάς αξίας, θα κατανοήση πλήρως κάθε Ελληνα, εις την καρδίαν του οποίου ενεχαράχθη ως φλογερόν κέλευσμα ο αγών του 1821 και όστις κατά την σημερινήν ημέραν αναμιμνήσκεται εν σιωπηρά περισυλλογή και με εξωτερικούς εορτασμούς των ημερών εκείνων. [...]

Γνωρίζομεν εν προκειμένω, ότι μεταξύ του ελληνικού λαού υπάρχουν ομάδες τινές που θέλουν να κρατήσουν την ανάμνησιν ταύτην ως αποκλειστικόν των μονοπώλιον και αι οποίαι παραβάλλουν τας πράξεις των με την δράσιν των ηρώων των ημερών εκείνων.

Το αποτέλεσμα πάντως είναι περισσότερον ένας εμφύλιος πόλεμος παρά ένας αγών ανεξαρτησίας.

Ολοέν σαφεστέρα καθίσταται η επίγνωσις, ότι η δράσις των ομάδων τούτων συνίσταται κατά το πλείστον εις την τρομοκράτησιν των ιδίων αυτών ομοεθνών.

Επομένως η επί του ζητήματος τούτου κρίσις είνε υπόθεσις του ελληνικού λαού και όχι ιδική μας.

Μας αφορά μόνον καθότι, εξωτερικώς, ημείς φυσικά είμεθα ο στόχος των συγχρόνων αυτών “ηρώων της ελευθερίας” του 1944, ημάς αφορά η κραυγή “Θάνατος εις τους κατακτητάς” και ημείς είμεθα εκείνοι, οι οποίοι τελικώς αναγκαζόμεθα να αντιτάσσωμεν βίαν εις την βίαν, να υπερασπίζωμεν ειρηνικούς πολίτας και, συμφώνως προς τον αμείλικτον νόμον του πολέμου, τον οποίον οφείλομεν να διεξαγάγωμεν, να προβαίνωμεν εις αντίποινα διά τας πράξεις σαμποτάζ, τας επιθέσεις και τας δολοφονίας. [...]

Το ότι τα τρία αυτά έτη υπήρξαν σκληρά και δυσχερή διά τον ελληνικόν λαόν το γνωρίζομεν, διότι τα εζήσαμεν μαζί του και υποφέραμεν μαζί με αυτόν.

Ολοι μας, από τας αόκνους προσπαθείας των ανωτάτων γερμανικών Υπηρεσιών, όπως ανακουφίσουν την οικονομικήν θέσιν του ελληνικού λαού -προσπαθείας των οποίων την έκτασιν το κοινόν δεν δύναται να γνωρίζη- μέχρι της μικρής καλόκαρδης χειρονομίας του “αγνώστου Γερμανού στρατιώτου”, όλοι μας προσεπαθήσαμεν να βοηθήσωμεν, εφ’ όσον ήτο δυνατόν.

Αι αιτίαι της δυστυχίας δεν είνε γερμανικαί αιτίαι, αλλά πρέπει να αναζητηθούν εις την οικονομικήν υφήν της χώρας, εις την σκληράν ανάγκην του πολέμου, εν πολλοίς δε και εις ιδίας ευθύνας, δηλαδή εις την ελληνικήν κερδοσκοπίαν. [...]

Ιδού οι λόγοι διά τους οποίους ουδένα διαβλέπομεν κίνδυνον εις το να εορτάση ο ελληνικός λαός την επέτειον του 1821, οι λόγοι διά τους οποίους λαμβάνομεν μάλιστα μέρος εις τον εορτασμόν τούτον ως εύχεται. [...]

Είμεθα κληρονόμοι ενός μεγάλου παρελθόντος, το οποίον καλείται Ευρώπη, εγεννήθημεν μέσα εις τας ωδίνας και τους πόνους, με τους οποίους πρόκειται να γεννηθή ένα μέλλον, αντάξιον του παρελθόντος. [...]

Το μέλλον τούτο πρέπει να είνε ευρωπαϊκόν. Αν ο αγών των ηρώων του 1821 έχη κάποιο νόημα, το νόημα αυτό θα είνε να αποδοθή πάλιν εις τον ελληνικόν λαόν η Ευρώπη και εις την ευρωπαϊκήν κοινότητα η Ελλάς.

Αυτό υπήρξεν η τελική έννοια της ελευθερίας, την οποίαν οι ήρωες του 1821 εξηγόρασαν διά την Ελλάδα με το αίμα των.

Η κληρονομία των επομένως είνε ευρωπαϊκή κληρονομία. Και δεν γεννά υποχρεώσεις μόνον διά τους εγγόνους, αλλά και δι’ ημάς».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ