Από τα μικρά στα μεγάλα

ASPROPOTAMOS

Η περιοχή του Ασπροποτάμου Η περιοχή του Ασπροποτάμου | EUROKINISSI/ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ

Πατριδογνωσία

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις

Τα ονόματα μας καθορίζουν ως κοινωνικά και πολιτικά όντα, αφού μ' αυτά επικοινωνούμε και διαρθρώνουμε σχέσεις. Με αυτά φέρνουμε στις οικείες μας «γωνιές» το άγνωστο, μπορούμε να υπάρχουμε. Χωρίς τα ονόματα, είτε αυτά είναι αντανάκλαση της πρώτης επαφής με τη φύση είτε συμβατικά λεκτά, θα ήταν αδύνατη η εργασία και η συμβίωση.

Τα ονόματα ζώων και πραγμάτων πλουτίζουν τη γλώσσα και τη ζωή, είναι σαν η περιουσία των ανθρώπων. Στις «δύσκολες» περιοχές της χώρας (σε ό,τι αφορά τις συνθήκες κλίματος και τοποθεσίας) η αναγνωρισιμότητα και του πιο μικρού αντικειμένου και του πιο ασήμαντου ζωυφίου παίζει καθοριστικό ρόλο για την καθημερινή διεκπεραίωση.

Μικροί και μεγάλοι πρέπει να ορίζουν με ακρίβεια ό,τι τους περιβάλλει και τους κομίζει τα απαραίτητα για τον βίο τους. Σε τέτοια μέρη πλάθονται λέξεις που τις δημιουργεί η ανάγκη και ο τόπος. Το κάθε ζώο έχει το δικό του όνομα, πολύτιμο για τον ποιμένα και τη διευκόλυνση της γειτνίασης με άλλα διαφορετικού αφεντικού. Ετσι οι καλές σχέσεις. έχουν όνομα!

Οπως επίσης τα ονόματα έχουν χρώμα, σχήμα, φύλο κ.ά. Δημιουργούν μια δική τους «κοινωνία» εντός της κοινωνίας των ανθρώπων με αποτέλεσμα τη διακριτότητα και την περιφρούρηση των ιδιοκτησιών και εν γένει περιουσιών, όπως και μορφών κοινοκτημοσύνης. Ο λόγος βέβαια για τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας, για την αγροτοκτηνοτροφική ζωή και οικονομία, εκεί όπου το παραμικρό έχει τη μοναδική του αξία.

Μαζεμένες οι μικρές αξίες συγκροτούν έναν ιδιαίτερο πολιτισμό ο οποίος έλκει τους διαμορφώνοντες τον εθνικό πολιτισμό εντάσσοντάς τον στην κουλτούρα της παιδείας και της εκπαίδευσης. Από τα μικρά, που «φωνάζουν» την αρμονία, φτάνουμε στα μεγάλα, που πατάνε γερά σε θεμέλια ζωής, δύσκολης και απαιτητικής.

Η μικρή κλίμακα πάντα είναι οδηγός για όποιον ενδιαφέρεται πραγματικά να «χτίσει» ένα ανθρώπινο και καλλιεργημένο σύστημα. Εδώ (και εδώ!) οφείλει να στρέψει το ενδιαφέρον της η Πολιτεία ώστε να διδαχτεί πώς το έλασσον γίνεται μείζον.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

❖❖❖❖❖

Στις παρυφές της ακαδημαϊκής λαογραφίας έχουν παραχθεί στο παρελθόν σημαντικές μελέτες τοπικού χαρακτήρα, οι οποίες ξέφευγαν από την κυρίαρχη λημματογραφική προσέγγιση που απέκοπτε τα φαινόμενα από το κοινωνικo-οικολογικό τους πλαίσιο, προκειμένου να υπηρετήσει μια διαχρονική και εκτατική λογική συνυφασμένη με την εθνική ιδεολογία.

Είναι χαρακτηριστικό δε το γεγονός ότι σημαντικές μονογραφίες δεν γράφτηκαν από πανεπιστημιακούς λαογράφους αλλά από ανθρώπους που δεν είχαν τυπικές σπουδές στον κλάδο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις μελέτες του Δημητρίου Λουκόπουλου για τη Ρούμελη και εκείνες της Αγγελικής Χατζημιχάλη για τους Σαρακατσάνους.

Η μονογραφία που παρουσιάζουμε σήμερα εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, πόσο μάλλον που ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει στον πρόλογό του ότι «έμπνευση και οδηγό του αποτέλεσε το μνημειώδες έργο του Δημ. Λουκόπουλου Ποιμενικά της Ρούμελης» (1930).

Η περιοχή του Ασπροποτάμου απλώνεται στο δυτικό τμήμα του Νομού Τρικάλων από τα στενά της Πόρτας (Πύλης) ώς τα Τζουμέρκα και από τα στενά της Καλαμπάκας ώς τη διάβαση του Ζυγού.

Ο Κόζιακας χωρίζει αυτή την περιοχή από τον Θεσσαλικό Kάμπο. Στον χώρο αυτόν συνυπάρχουν ιστορικά τρεις εθνοτικές ομάδες, οι Παλιοχωρίσιοι, οι Βλάχοι και οι Σαρακατσάνοι. Η κύρια ασχολία όλων των ομάδων είναι η κτηνοτροφία, που συνδυάζεται και με άλλες συμπληρωματικές δραστηριότητες (στην περίπτωση των Παληχωρίων και με μικρής κλίμακας γεωργία). Η μεγάλη κτηνοτροφία που είναι μεταβατική ασκείται κατ’ εξοχήν από τους Βλάχους και τους Σαρακατσάνους αλλά και από τους Παλιοχωρίσιους σε μικρότερο βαθμό με ξεχειμαδιά στη Θεσσαλία.

Θανάσης Καλαντζής

Οι Παλιοχωρίσιοι είναι κατά βάσιν εδραίος πληθυσμός, ένα μικρό ποσοστό μετακινείται με τα κοπάδια χειμώνα-καλοκαίρι. Αυτός ο τρόπος ζωής συνεχίζεται ακόμα και σήμερα σε αρκετά μειωμένο βαθμό. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο εθνοτικός καταμερισμός της εργασίας εδώ είναι αρκετά σχετικοποιημένος σε σχέση με άλλες περιπτώσεις, ωστόσο η κατανομή στον χώρο είναι διακριτή: Βλάχοι και Σαρακατσάνοι στην αλπική ζώνη και οι Παλιοχωρίσιοι στα χαμηλότερα, στη ζώνη της δρυός.

Η αξία του βιβλίου του Καλαντζή, ο οποίος είναι φιλόλογος και κατάγεται από το χωριό Μεσοχώρα (Βιτσίστα), δεν έγκειται τόσο στην επιστημονική προσέγγιση και ανάλυση όσο στις ακριβείς περιγραφές και στον τεράστιο πλούτο των πληροφοριών, τον πλούτο της «τοπικής γνώσης», που συνιστά μια κιβωτό οικολογικού, λαογραφικού, γλωσσολογικού, ζωολογικού και γενικότερου πολιτισμικού ενδιαφέροντος.

Από τη διαδικασία οικειοποίησης της φύσης με βάση τον κτηνοτροφικό τρόπο ζωής, μέχρι τις τεχνικές της βόσκησης και της τυροκόμησης και τις σχετικές ορολογίες, από τις σχέσεις των βοσκών με τα ζώα μέχρι τις σχέσεις ανάμεσα στους βοσκούς με τους υπόλοιπους τόσο στα ξεκαλοκαιριά όσο και στα χειμαδιά, όλα αυτά αποδίδονται με την αξιοπιστία που εγγυώνται η προσωπική εμπειρία και η βιωματική σχέση με τα πράγματα. Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει ζήσει αυτά που περιγράφει. Πρόκειται για μια αφήγηση «από μέσα» που δεν εκτρέπεται σε φολκλορισμό παρ' όλη τη νοσταλγική της διάθεση.

Θα αναφερθώ σε ένα μόνο κεφάλαιο, που αφορά τις ονομασίες των ζώων, για να δώσω το στίγμα του πολιτισμικού πλούτου που καταγράφεται στο βιβλίο: Ονομασίες προβάτων από το χρώμα-είδος των μαλλιών: Μπέλλα (κάτασπρη με γαλανό μούτρο), κάλεσια (άσπρη με βούλες καστανόμαυρες στο μούτρο), βάκρα (άσπρη με μαύρο μούτρο και πόδια - ή βάκρινα), βακροκάλεσια (με λουρίδες άσπρες στο μαύρο κεφάλι), καραμπάσια (άσπρη με πολύ μαύρο μούτρο), κάτσενα (άσπρη με καστανό-κοκκινωπό μούτρο), μπούτσικα (άσπρη με καφέ-μαύρες βούλες στο μούτρο), μαυροκέφαλη (άσπρη με μαύρο κεφάλι), κοκκινομάτα (άσπρη με κόκκινα μάτια), σπιθοκάλεσια (άσπρη με σπίθες μαύρες στο μούτρο)…

Χρειαζόμαστε σήμερα όσο ποτέ άλλοτε μια τέτοιου είδους «πατριδογνωσία», μια προσέγγιση των μικρών τόπων που θέτουν μεγάλα ζητήματα, των μικρών πατρίδων που δείχνουν μεγάλες αξίες, των «ταπεινών» ανθρώπων του μόχθου που διδάσκουν ήθος στην πράξη, των πολιτισμικών συστημάτων που μπορούν να γίνουν όχημα κριτικής στην ασυδοσία και την απώλεια του μέτρου της (μετα)μοντέρνας συνθήκης.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ