Με μια απλή πρόταση 22 λέξεων αλλάζουν πολλά στην προκήρυξη απεργιών από πρωτοβάθμια συνδικαλιστικά σωματεία.
«Ειδικά για τη συζήτηση και τη λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (½) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών», αναγράφεται στο κείμενο του πολυνομοσχεδίου που αφορά τις αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο.
Ουσιαστικά με τη φράση αυτή η κυβέρνηση δυσκολεύει τον τρόπο λήψης απόφασης για την κήρυξη μιας απεργίας αλλά μόνο στην πρώτη βαθμίδα της συνδικαλιστικής πυραμίδας.
Ετσι, δεν αλλάζει τίποτε στις ομοσπονδίες (δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση) ούτε και στις συνομοσπονδίες (τροτοβάθμια). Επίσης, δεν αλλάζει κάτι σε πρωτοβάθμια σωματεία που έχουν περιφερειακή ή και πανελλήνια εμβέλεια.
Ουσιαστικά το εμπόδιο τίθεται για τα επιχειρησιακά σωματεία που λειτουργούν εντός μιας επιχείρησης.
Υπενθυμίζεται ώστε να μην υπάρχει παρανόηση ότι το υφιστάμενο καθεστώς για τη λήψη απόφασης για απεργία ορίζει στο άρθρο 8 του συνδικαλιστικού νόμου τα εξής:
«… για να γίνει συζήτηση και για να ληφθεί απόφαση κατά τις συνελεύσεις, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Αν δεν υπάρχει απαρτία κατά την πρώτη συζήτηση συγκαλείται νέα συνέλευση μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες, κατά την οποία απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός τετάρτου (1/4) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Εάν δεν υπάρξει απαρτία κατά τη δεύτερη συνέλευση, συγκαλείται μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες τρίτη, κατά την οποία είναι αρκετή η παρουσία του ενός πέμπτου (1/5) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών».
Με τη διάταξη που έχει περιληφθεί στα άρθρα του πολυνομοσχεδίου δεν αλλάζει τίποτε στη γενικότερη λήψη αποφάσεων αλλά εξειδικεύεται ότι για την προκήρυξη απεργίας θα πρέπει να υπάρχει η παρουσία τουλάχιστον του ενός δεύτερου των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.
Για την κυβέρνηση λοιπόν η διάταξη δεν καταργεί ούτε περιορίζει το δικαίωμα της απεργίας, αφού αλλάζει απλώς σε έναν περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων τον τρόπο λήψης της απόφασης αυξάνοντας την απαίτηση συμμετοχής από το ένα πέμπτο των οικονομικά τακτοποιημένων μελών στο ένα δεύτερο.
Σε σχέση με το εργατικό ατύχημα, τέλος, η κυβέρνηση αίρει την αμφισβήτηση και πλέον αποσαφηνίζεται ότι ο εργοδότης ευθύνεται όταν έχει επιδείξει δόλο είτε ως προς την παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία είτε ως προς αυτό καθεαυτό το αποτέλεσμα του εργατικού ατυχήματος.
