Το κουβάρι της διαπραγμάτευσης παραμένει μπλεγμένο, καθώς το χθεσινό Γιούρογκρουπ δεν έφτασε σε κάποιο σαφές αποτέλεσμα.
Η Αθήνα είναι ικανοποιημένη επειδή οι αξιωματούχοι αναγνώρισαν την ανάγκη για γρήγορη ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, την ταχεία επιστροφή των θεσμών και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, ωστόσο η έκθεση του ΔΝΤ, που θα συζητηθεί από τη διοίκησή του στις 6 Φεβρουαρίου, ανακάτεψε την τράπουλα σε μια ευρωζώνη που παρακολουθεί αμήχανη τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ.
Η πρόταση που κατέθεσε στους εταίρους του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος για το σύνολο του ελληνικού προγράμματος αποτελεί την κεντρική γραμμή της κυβέρνησης, από την οποία, όπως λένε στελέχη της, δεν προτίθεται να υποχωρήσει. Κοινώς, επιμένει στην άρνησή της για προκαταβολική και υπό αίρεση ψήφιση μέτρων, ενώ θεωρεί ότι η πρόταση για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 μπορούν να συμβιβάσουν όλες τις πλευρές.
Ζητείται ενημέρωση
Ωστόσο, οι κορυφαίοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θέλουν να λάβουν πλήρη και αναλυτική γνώση των δεδομένων εντός και εκτός Ε.Ε., ενώ ο Αλέξης Τσίπρας θα επαναλαμβάνει διαρκώς την επισήμανσή του στην «Εφ.Συν.» της Τετάρτης: «Το ΔΝΤ οφείλει να αναλάβει με παρρησία την ευθύνη της άποψής του για το ελληνικό πρόγραμμα.
Και από την άλλη, η Ευρώπη οφείλει να συνεκτιμήσει τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται με την αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στις ΗΠΑ, και να αποφασίσει προτάσσοντας το κοινό συμφέρον. Και όχι τους πρόσκαιρους πολιτικούς υπολογισμούς που γίνονται σε κάθε χώρα ξεχωριστά».
Οι διαφωνίες ανάμεσα στους δανειστές μοιάζει να έχουν κορυφωθεί και το κλίμα αυτό εκφράστηκε και στις συζητήσεις εντός του Γιούρογκρουπ. Βάσει των μέχρι τώρα δεδομένων, το ΔΝΤ δεν αποχωρεί από το ελληνικό πρόγραμμα, ωστόσο η συζήτηση για τους όρους της παραμονής του αναμένεται από κυβερνητικούς παράγοντες να συνοδευτεί από ένταση του «παιχνιδιού των διαρροών» από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Ορισμένοι στην κυβέρνηση δεν κρύβουν τη σκέψη τους ότι η έκθεση του ΔΝτ για την βιωσιμότητα του χρέους ίσως αποτελεί προαναγγελία άρνησής του να συμμετέχει με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα.
Βάσει αυτών, μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου η μόνη επιλογή που απομένει στην κυβέρνηση είναι να προχωρήσει σε πολιτικές κινήσεις κορυφής προς τους εταίρους και τους δανειστές, επιζητώντας την πολυπόθητη «πολιτική λύση» που θα εξασφαλίσει το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου.
Αποκτούν έτσι πρόσθετο ενδιαφέρον οι συνομιλίες που θα έχει ο πρωθυπουργός το Σάββατο με τους ηγέτες της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Κύπρου και της Μάλτας στο πλαίσιο της ευρωμεσογειακής διάσκεψης στη Λισαβόνα.
Ενθαρρυντική για την οικοδόμηση μιας προοδευτικής συμμαχίας θεωρούν κυβερνητικοί παράγοντες και την ανακοίνωση της ευρωομάδας των σοσιαλδημοκρατών, με την οποία ζήτησαν την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης και την περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.
Η κυβέρνηση, παράλληλα, επενδύει στη σφοδρή αντιπαράθεση με τη Ν.Δ., αποδίδοντάς της ότι συντάσσεται αναφανδόν με τις ακραίες απαιτήσεις του ΔΝΤ για μέτρα. Κυβερνητικές πηγές κατηγόρησαν τον πρόεδρο της Ν.Δ. ότι ενώπιον της Πολιτικής Επιτροπής του κόμματός του μίλησε ωσάν τον Αντώνη Σαμαρά, καθώς «τέτοια υποστήριξη στο φαντασιόπληκτο “success story”, το οποίο απέρριψε τρεις φορές ο ελληνικός λαός, μονάχα ο ίδιος σε κατάσταση ακραίας σύγχυσης θα μπορούσε να παράσχει».
Οι ίδιες πηγές απέδωσαν αυτή τη στάση σε «κρίση εξουσιαστικού συνδρόμου στέρησης που βασανίζει την ηγετική ομάδα της Ν.Δ. και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που τη στηρίζουν».
«Ο Μητσοτάκης είναι η φωνή των πλέον ακραίων κύκλων των δανειστών» συμπλήρωναν από το Μαξίμου, λέγοντας ότι «ο ίδιος και η Ν.Δ. προσφέρουν απλόχερα λευκή επιταγή στους ακραίους εκ των δανειστών, επαναβεβαιώνοντας τα διαπιστευτήρια υποταγής και την πρόθεσή τους να ψηφίσουν ακραία αντικοινωνικά μέτρα με αντάλλαγμα την επιστροφή τους στην εξουσία».
Προκάλεσαν μάλιστα τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να πει «την αλήθεια στον ελληνικό λαό για τα δάνεια 2,5 εκατ. ευρώ του “Κήρυκα Χανίων” και τη σκανδαλώδη ρύθμιση-μπαλόνι» και κατέληξαν στα σχόλιά τους με τη «συμβουλή» να «μην ετοιμάζεται για εκλογές πριν από το φθινόπωρο του 2019 και στα ολιγαρχικά συμφέροντα πέριξ αυτού να μην ελπίζουν σε επανάκαμψη της γαλαζοπράσινης διαπλοκής της τελευταίας 30ετίας».
