Αδεια, γκριζογάλανη παραλία

12 καλοκαιρινά διηγήματα

Επιμέλεια:Μισέλ Φάις

Το «Ανοιχτό βιβλίο», για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά ― διηγήματα που μας συντροφεύουν ώς αρχές Σεπτεμβρίου.

Μετά την Καρολίνα Μέρμηγκα, τον Δημήτρη Μαμαλούκα, τον Κοσμά Χαρπαντίδη, την Ούρσουλα Φωσκόλου, τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τον Νίκο Βουδούρη, την Αργυρώ Μαντόγλου, τον Κώστα Ακρίβο, τον Κωνσταντίνο Χατζηνικολάου, τη Βίκυ Τσελεπίδου και τον Χρήστο Χαρτοματσίδη, το αφιέρωμα των 12 καλοκαιρινών ιστοριών ολοκληρώνει η Κατερίνα Σχινά. Καλό φθινόπωρο, σε όλες και όλους, ραντεβού και πάλι το επόμενο καλοκαίρι με νέα συναρπαστικά διηγήματα ― για την ώρα, αδημονούμε για τη φρέσκια εκδοτική σοδειά.

Να περιγράψω το σπίτι: Ανεβαίνεις τρία σκαλιά, μπαίνεις στη σάλα, δεξιά και αριστερά δυο τοξωτές κόχες, στη μία το μονό κρεβάτι της κάτω απ’ τα εικονίσματα, στην άλλη το διπλό, στρωμένο στην εντέλεια, άθικτο για χρόνια. Να περιγράψω την αυλή: τενεκέδες με κατιφέδες και γεράνια, λουίζα στα παρτέρια, βασιλικός στη γλάστρα, μια μπουκαμβίλια στο πιθάρι.

Παστρική αυλή, περασμένη με ασβέστη. Να πω και για κείνην: κοντή, γερή, πρόσωπο χαρακωμένο, χέρια δουλεμένα, με σκούρους λεκέδες. Τα πέρασε τα ογδόντα, πάνε κάτι χρόνια, δεν θυμάται πια. Τι να θυμηθεί; Ολους τους έχασε, έναν έναν. Καλύτερα να μην ξέρει πόσω χρονώ είναι, ποιος ο άντρας της, ποια τα παιδιά της.

Πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο νησί, ήτανε νύχτα. Λιμάνι δεν υπήρχε ακόμα, με λάντζες μάς πήραν απ’ το πλοίο, κι ύστερα με μουλάρια ανηφορίσαμε στη Χώρα. Εκείνη με περίμενε στο καλντερίμι, μες στα σκοτάδια μ’ έμπασε στη σάλα της, μου ’δειξε σιωπηλή με το κεφάλι το διπλό κρεβάτι. Της είπα ευχαριστώ, πάλι με το κεφάλι έγνεψε, βουβή. Στο κομοδίνο έφεγγε η λάμπα, πλησίασε κι ανέβασε λιγάκι το φιτίλι. Σκιές στον τοίχο με τη φωτογραφία του γάμου, εκείνη όρθια, ο άντρας καθιστός. Το μαύρο της τσεμπέρι έγινε πιο μαύρο. Δεν είπε τ’ όνομά της.

Ξύπνησα απότομα∙ στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου, το ξυπνητήρι έδειχνε εφτά. Η κόχη μου ήταν σκοτεινή, μα πόρτα δεν υπήρχε, κι έτσι ερχόταν λίγο φως από τη σάλα. Εγειρα το κεφάλι μου να δω, καθόταν ασάλευτη στο ονταδάκι της με τα χέρια ακουμπισμένα στην ποδιά της. Πήγα να σηκωθώ, θρόισαν τα σεντόνια, μ’ άκουσε. Πετάχτηκε όρθια, την έχασα απ’ τα μάτια μου. Ωσπου να ντυθώ, είχε ψήσει τον καφέ, κι ο δίσκος με περίμενε στο τραπέζι. Κρύο νερό, ένα πιάτο με σταφύλια, το κλειδί του σπιτιού ακουμπισμένο δίπλα στο ποτήρι. Εκείνη άφαντη.

Δύσκολοι οι τρόποι της, με βάραιναν∙ στα σπίτια τους που τα ανοίγαν πρόθυμα εκείνο τον καιρό οι νησιώτες να μας κοιμίσουν στο καλό δωμάτιο, είχα γνωρίσει άλλες, πιο πρόσχαρες γυναίκες. Εφερα έναν γύρο στη σάλα. Φωτογραφίες στη σερβάντα ανάμεσα στα βάζα με τα ψεύτικα λουλούδια, λιβανιστήρι που κάπνιζε ακόμα, ένας φουντωμένος πόθος με καρδιόσχημα φύλλα κάτω απ’ το παράθυρο.

Η διπλανή πόρτα, μισάνοιχτη, έβγαζε στην κουζίνα, βαμμένη ώς και το ταβάνι με θαλασσί λαδομπογιά. Ράφια στολισμένα με πολύχρωμο χαρτί, δαντελωτό, στερεωμένο με πινέζες, σε μια καρέκλα η τσίγκινη λεκάνη με μπάμιες που δεν είχε καθαρίσει, μια λωρίδα χαρτί για μύγες κρεμασμένη πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ηπια βιαστικά τον καφέ μου και ξεκίνησα για τη θάλασσα.

Να περιγράψω το μονοπάτι: κνίδες κι αγκάθια, πετρώματα γαλαζωπά, λειασμένα από τα βήματα, φτενό χώμα∙ λευκά μνήματα στην πλαγιά, αραιοσπαρμένα, μια αστραπή από φως στην ηρεμία της ερημιάς. Κατσίκες με εχθρικά, κιτρινωπά μάτια. Οι βόλοι της Πουλουδιάς παντού. Μακριά ο γιαλός, μια λωρίδα άμμου, ανάμεσα σε βράχια φαγωμένα απ’ το αλάτι.

Ανοιχτωσιά, θάλασσα κεντημένη με πλεούμενα, βάρκες ακίνητες στο βάθος. Καιρός για ψάρεμα. «Ολο τραγάνες είναι ο νότος», είχε πάρει το αυτί μου στο πλοίο. «Τι είναι οι τραγάνες;», είχε ρωτήσει κάποιος. «Το λιβάδι του βυθού».

Ηταν οι εποχές που περπατούσαμε ώρες ώσπου να φτάσουμε στις παραλίες, και αν τις βρίσκαμε πιασμένες συνεχίζαμε γι’ αλλού. Εφτασα στο αμμούδι μου, άντεχα λίγο ακόμη ποδαρόδρομο, ανέβηκα στο ψήλωμα να κατηφορίσω στο επόμενο. Μ’ άρεσε που ήμουν μόνη, οι φίλοι μου θ’ αργούσανε να φτάσουν, κι άμα με γνώριζε καλύτερα, η σπιτονοικοκυρά μου θ’ ανοιγόταν. Με πήρε ξαφνικά η κατηφόρα, έφτασα χαμηλά, κουτρουβαλώντας στις πέτρες. Η παραλία άδεια, γκριζογάλανη. Ενα αρμυρίκι έμπαινε στο νερό.

Εμεινα εκεί ώσπου έπεσε ο ήλιος. Δεν πρόσεξα τον ήχο, τον πίδακα στα βαθιά, τη στιγμιαία αναταραχή. Καθόμουν στη σκιά, διάβαζα λίγο, βουτούσα. Κάποια στιγμή ανέβλεψα, κι είδα τη θάλασσα έρημη. Αλλά δεν έδωσα σημασία.

Στο έμπα του χωριού, βραδάκι πια, άκουσα τις καμπάνες. Χτυπούσαν πένθιμα, κάποιος γέρος θα πέθανε, σκέφτηκα. Ομως στην πόρτα της, κοπάδι οι μαυροφόρες. Κάποια ολοφυρόταν μέσα, σφίχτηκε η καρδιά μου. Στάθηκα στο κατώφλι, ντράπηκα να μπω∙ έμεινα στο αυλιδάκι ώς το πρωί, που της τον πήραν.

Σ’ όλο τον δρόμο προς το κοιμητήρι τους ντρεπόμουν, σαν να ’χα παραβιάσει ένα μυστικό ιδιωτικό, που δεν με περιείχε. Δεν ήξερα τα λόγια της παρηγοριάς, υπήρχαν; Ούτε να μείνω μπορούσα, μα ούτε και να φύγω∙ η θάλασσα είχε μαυρίσει, τα μονοπάτια είχαν φράξει από τα βάτα. Φύσαγε, κι ο αέρας μαδούσε τα λουλούδια∙ ανέμιζε το ρούχο της και φέγγιζαν στο φόντο ανθάκια γκριζωπά, όπου δεν είχε πιάσει η βαφή.

Δεν μπήκα στο εκκλησάκι, έφταναν ώς έξω οι ψαλμωδίες. Στο «Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας», ανάμεσα στα άγνωστα πρόσωπα, τις γυναίκες που την παράστεκαν, ένιωσα εκείνη την ανησυχία που έρχεται όταν μας πολιορκεί κάτι γνώριμο μα λησμονημένο, αλλόκοτο και ξένο τώρα πια∙ σαν να βρισκόμουνα στο πουθενά, ενώ, ήμουνα σίγουρη, είχα ξανακαθίσει σε τούτο το πεζούλι, είχα ξαναδεί την πλαγιά, τα κυπαρίσσια. Σαν να στεκόμουν σ’ ένα τρίστρατο κάτω από ήλιο φαρμακερό, ενώ στο βάθος πύκνωνε η σκιά των πραγμάτων. Στο «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», ακόμα ένας δυναμίτης έσκασε κοντά στον βράχο.

---------
Τελευταίο βιβλίο της Κ. Σχινά είναι το βιβλίο «Μυστικά του συρταριού. Η τέχνη και οι τεχνικές της ημερολογιακής γραφής» (Πατάκης, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας