Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Της Ελλάδας το κάγκελο…», ακούγεται το τραγούδι έναρξης του Λουκιανού Κηλαηδόνη για μια επιθεώρηση της «Ελεύθερης Σκηνής». Θέατρο «Σμαρούλα», 1981. Ο Σταμάτης Φασουλής, όμως, με το φαντεζί κοστούμι του δεν είναι στη σκηνή, αλλά στο καμαρίνι του.

Μέσα σ’ αυτόν τον ναό του κεφιού, του στρας και της ψευδαίσθησης, ο επιτυχημένος θεατρίνος είναι θυμωμένος, κυνικός, εξομολογητικός και επιθετικός συγχρόνως. Μιλάει σε έναν παλιό του φίλο, που ζει στο Παρίσι, για χαμένα χρόνια, για διαψεύσεις, για ανθρώπινες σχέσεις που διαλύθηκαν, για ερωτικές εφηβικές ματαιώσεις. «Λούμπα η Ελλάδα», λέει.

Τι συμβαίνει; Είναι απλούστατα μια σημαντική σκηνή από την ταινία της Φρίντας Λιάππα «Οι δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί», που η «Εφ.Συν.» προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες της. Η σκηνοθέτις δεν συνεργάστηκε απλώς με τον Σταμάτη Φασουλή στο σενάριο. Του έδωσε κι έναν κομβικό ρόλο.

Δεν τον εκμεταλλεύτηκε, όμως, μόνο ως καλό ηθοποιό, αλλά και ως περσόνα, ως τον «Φασουλή του Ελεύθερου». «Για πολικό αστέρα είχα τον προβολέα», σιγομουρμουρίζει σε μια άλλη σκηνή, ένα μυθικό τραγούδι του Κηλαηδόνη γραμμένο για τον Λευτέρη Βογιατζή…

Είναι 1981. Ιστορική χρονιά για μια ιστορική πια ταινία του ελληνικού σινεμά. Δεν θα μπορούσε η Λιάππα να αφήσει έξω από την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους την Αθήνα της, την Αθήνα της τέχνης και της πολιτικής. Και τους ανθρώπους της, ακόμα και τους δικούς της, τους φίλους της, που τους βλέπουμε να κάνουν μικρά περάσματα. Και όχι μόνο, φαντάζομαι, γιατί τα σφιχτά οικονομικά της το επιβάλλουν.

Βέβαια, οι «Δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί» έχουν θέμα συγκεκριμένο. Γυναικείο, ερωτικό, υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό, τις παθολογικές σχέσεις εξάρτησης δύο αδελφών (Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Μαρία Σκούντζου) που έχουν σημαδευτεί από έναν καταπιεστικό και χειριστικό, επαρχιακό περίγυρο. Που τρέφουν και οι δύο ερωτικά απωθημένα για έναν γοητευτικό, μεγαλύτερο, ξάδελφό τους (Γρηγόρης Ευαγγελάτος), που κάνει καριέρα ζωγράφου στο Παρίσι. Με πόση, όμως, αλήθεια και ακρίβεια τοποθετεί η Λιάππα τις ηρωίδες της, αν και ξεκομμένες από την κοινωνία, στην πόλη και την εποχή τους.

Τη βοηθούν σ’ αυτό οι «άλλοι». Οι γύρω τους. Η παρέα του μποέμ, αναγνωρισμένου ξαδέλφου τους με τα ωραία σπίτια, τις καλές δουλειές και τις καταπιεσμένες συζύγους («παντρεύτηκα και ο Διαγόρας δεν μ’ άφησε να συνεχίσω», λέει η Μαρίκα Τζιραλίδου, αφού τραγούδησε έξοχα μια άρια σε ένα πάρτι).

Και μετά, είναι κι αυτή η 18χρονη μαθήτρια με την μπλε (ακόμα) ποδιά, που ζει στον κάτω όροφο, αγαπάει τις δύο προβληματικές «έγκλειστες», αλλά αυτή την κάνει την επανάστασή της, ερωτική και άλλη, γίνεται ηθοποιός – ρόλος κομμένος για ραμμένος για τη γλυκιά και δυναμική Μαριτίνα Πάσσαρη.

Η 33χρονη τότε Φρίντα Λιάππα δεν εισάγει τυχαία στην ταινία της την πολύ νέα γενιά. Η ορμή και η δύναμή τους να συγκρουστούν με την οικογένεια υπογραμμίζουν ακόμα περισσότερο την αντίθεση με την παλιά, τις δύο αδελφές, που δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν, που φέρουν την παρθενιά τους σαν στίγμα, που λιβανίζουν και σεργιανίζουν σε κλειστά δωμάτια, ενώ έξω από τα παράθυρά τους ένα θερινό σινεμά παίζει το «Clash by night» του Φριτς Λανγκ και τα γειτονικά μπαράκια είναι γεμάτα.

Η Ελλάδα αλλάζει, έχει ακόμα λογαριασμούς της Μεταπολίτευσης να εξοφλήσει. «Εξω οι βάσεις του θανάτου», ακούγεται ένα σύνθημα πάνω από τους δρόμους του κέντρου. Ετσι, χωρίς υπογράμμιση, μια νύξη, μια υπόκρουση σε ζωές, που επίσης λένε «ή τώρα ή ποτέ». Που παίρνουν το Ντεσεβό, ανοίγουν την οροφή και ξεχύνονται μακριά από πατρίδες, μεγάλες και μικρές, εκεί που οι παιδικοί έρωτες γερνάνε άσχημα και ο Καζαντζίδης τραγουδάει «θα σου κλείσω το στόμα με χίλια φιλιά και ας παν στην ευχή τα παλιά».

Η Φρίντα Λιάππα έφυγε νωρίς. Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια. Ηταν μόλις 46 ετών. Οι «Δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί» βλέπονται ακόμα σαν να ‘ναι σημερινή ταινία. Και θα βλέπονται για πάντα. Οσο υπάρχουν γυναίκες, που τα εμπόδια στον δρόμο τους είναι πολλά και δεν μπορούν να τα σκορπίσουν. Εδώ και παντού στον κόσμο.