Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υλοποιημένη με χορηγία της Alpha Βank ήταν η μοναδική εμφάνιση της Ορχήστρας του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης υπό τον Ιβάν Φίσερ στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής (19/1/2018). Ταυτόχρονα αυτή ήταν και η πρώτη συναυλία του κύκλου «Μεγάλες Ορχήστρες / Μεγάλοι Ερμηνευτές» της περιόδου 2017/18, που περιλαμβάνει επίσης τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας.

Από άποψη καθαρά μουσικού ενδιαφέροντος, το πρόγραμμα ήταν κάπως παράδοξο αφού ξεκίνησε με την «Ορχηστρική σουίτα αρ.2, BWV 1067» του Μπαχ, παρουσιασμένη από οκτώ μουσικούς σε ιστορικά και σύγχρονα όργανα, κατανέμοντας από μία φωνή σε κάθε όργανο: φλάουτο, τσέμπαλο, κοντραμπάσο, τσέλο, βιόλα, δύο βιολιά, φορητό εκκλησιαστικό όργανο.

Το έργο διηύθυνε ο Φίσερ από το εκκλησιαστικό όργανο. Η εκτέλεση υπήρξε μαθηματικά ακριβής, ταιριαστά ανάλαφρη και ευφρόσυνη, στιλιστικά σωστή, δεξιοτεχνικά συναρπαστική με τη φλαουτίστρια να «κεντά» στο μπαρόκ φλάουτο στην πασίγνωστη, καταληκτική «Badinerie»! Ωστόσο, η εκδοχή αυτή ξένισε στο πλαίσιο μιας συμφωνικής συναυλίας.

Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.3» του Μπετόβεν με ερμηνευτή τον Ντένες Βάριον, στη θέση του ασθενήσαντος Ράντου Λούπου, ο οποίος θα έπαιζε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.21» του Μότσαρτ αντί του αρχικά προγραμματισθέντος «Κοντσέρτου για πιάνο» του Σούμαν.

Αριστος, ακμαίος μουσικός, ο 49χρονος Ούγγρος πιανίστας πρόσφερε μια στιβαρή, αρρενωπή ερμηνεία. Το παίξιμό του διέθετε μεγάλο ήχο, ακρίβεια, άριστη άρθρωση, σαφήνεια φραστικής, αθλητικό δυναμισμό ιδανικά συνδυασμένο με ευγενές συναίσθημα, αβίαστη συμπορεία με την ορχήστρα, στοιχεία που, σε συνδυασμό, στήριξαν υποδειγματικά το πεμπτουσιακά κλασικό ύφος του δημοφιλέστατου μπετοβενικού κοντσέρτου.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ. 2» του Ραχμάνινοφ, ένα από τα πλέον πολυπαιγμένα, καταφανώς πλατειάζοντα και –για πολλούς– βαρετά έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου, επιτομή του «χολιγουντιανού» ήχου.

Η ερμηνεία υπό τον Φίσερ υπήρξε αδιαμφισβήτητα υψηλότατου επιπέδου: ακριβής, ισορροπημένη, προσεκτικά φινιρισμένη, με πτητικό ήχο και μυώδη απόδοση του μελωδικού υλικού, με φροντίδα στη λεπτομέρεια και ζυγιασμένο συναίσθημα. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν απάλειψε την αίσθηση άδικης σπατάλης ταλέντου, ούτε, βεβαίως, ξεγέλασε τη δίψα για κάτι πιο ενδιαφέρον στο οποίο σίγουρα θα άξιζε να ακούγαμε τους εξαίρετους Ούγγρους μουσικούς.

Απολαυστική βραδιά μουσικής δωματίου

Ο Θεσσαλονικιός βιολιστής και εξάρχων της ΚΟΘ Αντώνης Σουσάμογλου, ο Λαρισαίος τσελίστας Βασίλης Σαΐτης και ο επίσης Θεσσαλονικιός πιανίστας Στέφανος Θωμόπουλος, πρόσφεραν τις προάλλες μια γενναιόδωρη, άκρως απολαυστική βραδιά μουσικής δωματίου (22/1/2018).

Το πρόγραμμα υπό τον τίτλο «Ο Ραβέλ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο» περιλάμβανε τρία έργα του Γάλλου συνθέτη που, χρονικά είτε μέσω αφιερώσεων, σχετίζονταν με την πρώτη, μεγάλη πανευρωπαϊκή σύρραξη του 20ού αιώνα. Με δεδομένη τη φθίνουσα παρουσία μουσικής δωματίου για μικρά σύνολα στην αθηναϊκή μουσική ζωή, η προσφορά των τριών ακμαίων μουσικών ήταν αληθινά μοναδικά ευπρόσδεκτη, ένθεν και η 100% πληρότητα της αίθουσας «Δημήτρης Μητρόπουλος».

Αφιερωμένη στον Ντεμπισί, η «Σονάτα για βιολί και τσέλο» (1920/22) δόθηκε τεταμένα, άριστα επεξεργασμένη, με αψεγάδιαστη ορθοτονία –γνωστό προσόν του Σουσάμογλου αυτό!–, έντονα συνεκτική ροή, ρευστή φραστική και καλοζυγιασμένη έκφραση που ισορροπούσε ευαίσθητα τον γωνιώδη, στριφνό σχεδόν α λα– Μπάρτοκ χαρακτήρα της γραφής με το γαλατικό συναίσθημα.

Την α λα– μπαρόκ πιανιστική σουίτα «Στη μνήμη του Κουπρέν» (1914/17), κάθε μέρος της οποίας είναι αφιερωμένο σε κάποιο χαμένο φίλο ή συνάδελφο στο μέτωπο, ερμήνευσε ο Θωμόπουλος γρήγορα και σκληρά, με νευρώδη άρθρωση, τραχύτητα και κάπως στεγνά, αφήνοντας –ειδικά στα γρήγορα, ακραία μέρη–λίγο χώρο για την απαραίτητη οριζόντια παραγραφοποίηση της μουσικής.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με το περίπου ημίωρης διάρκειας «Τρίο για βιολί, τσέλο και πιάνο» (1915), μείζον έργο μουσικής δωματίου του 20ού αιώνα, απολύτως αντιπροσωπευτικό της λυρικής γλώσσας του Ραβέλ.

Σε αγαστή σύμπνοια, οι τρεις μουσικοί μας χάρισαν μια σφιχτά οργανωμένη, άρτια επεξεργασμένη ερμηνεία που χαρακτηρίστηκε από σαγηνευτικά πλούσια εκφραστική παλέτα, συναρπαστική απόδοση των έντονων εναλλαγών διάθεσης –από χαλαρά/ονειρικά σε άγρια/ τεταμένα κ.λπ.–, διεγερτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο λυρικό παίξιμο των δύο εγχόρδων και τη στιβαρά αρθρωμένη συμμετοχή του πιάνου, παροξυσμικής έντασης –πλην ουδέποτε ανεξέλεγκτα εκτρεπόμενες- κορυφώσεις!