ΑΝΑΧΩΡΕΙ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ στα 1964 για τα επουράνια Εντελβάις ο στρατευμένος ποιητής Φώτης Αγγουλές. Γεννημένος στον Τσεσμέ της Μικρασίας το 1911. Τα σύντομα διαστήματα που δεν βρίσκεται στις φυλακές και τις εξορίες ζει στη Χίο, όπου εγκαθίσταται οικογενειακώς μετά την Καταστροφή. Παιδί ακόμα πιάνει δουλειά σε τυπογραφείο, γνωρίζεται με διανοούμενους, εκδηλώνει ενδιαφέρον για την ποίηση και εντάσσεται στην Αριστερά. Ιδού δεινό και επίκαιρο δείγμα του έργου του:
ΓΑΛΗΝΗ Κάλμα μπουνάτσα! Με καθρέφτη/ μοιάζει ο γιαλός που εγαληνεύτη/ και μήτε μια ζαρωματιά/ δεν βλέπει η πένθιμη ματιά/ στο γαλαζί κρουστάλλι ως πέφτει./ Κρίμα που δεν μπορεί να γίνει/ και στην καρδιά μου έτσι γαλήνη!
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ Νησάκι μου ολοπράσινο, ανθοπλήμμυρο, μυρολουσμένο,/ φιλόξενο, μυριόχαρο και πολυαγαπημένο,/ σ’ ευχαριστώ και σ’ αγαπώ και δεν ξεχνώ πως μου ’γινες/ μητέρα της ορφάνιας μου, πατρίδα του ξενιτεμού μου/ και κοίμισες τον πόνο μου, μες στ’ άνθια σου και μου ’δωσες/ το χάδι της παρηγοριάς στις νύχτες του καημού μου.// Και τώρα, ιδές, όπως κεντά το σκίνο η Χιωτοπούλα/ για να δακρύσει τ’ ακριβό κι ευωδιαστό μαστίχι/ όμοια κι η σκέψη μου κεντά το σκίνο της αγάπης μου/ για να κυλήσουν μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης δάκρυα/ και να σου γίνουν στίχοι.
ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή,/ μηδ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι./ Εχουμε τη ζωή πολύ,/ πάρα πολύ αγαπήσει.
ΚΑΙΓΟΥΝΤΑΙ Αυτούς εγώ που τραγουδώ, δεν έχουνε φτερά./ Δεν τους μεθά καμιά φυγή, δεν τους τραβούν τ’ αστέρια,/ έχουνε μια ζεστή καρδιά, δυο ροζιασμένα χέρια/ κι είναι δεμένοι με τη γη./ Απ’ της αυγής το χάραγμα ως του βραδιού τα θάμπη/ μοχθούν για δυο πικρές ελιές και μια μπουκιά ψωμί,/ ιδρώνουν κι απ’ τον ίδρο τους ανθοβολούνε οι κάμποι,/ καίγουνται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή.
ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ Αγάπη, από την έρημο, σου φέρνομε αρμυρίκια/ κι είναι φτωχά, μα ωστόσο/ σκέψου με πόση τσιγκουνιά/ μαζέψανε σταλιά σταλιά την αυγινή τη δρόσο/ και φτιάξανε τ’ ανθάκια τους κατάσπρα και μελιτζανιά.// Αγάπη, από την έρημο σου φέρνομε αρμυρίκια…/ Αν δεν ανθούσανε κι αυτά, δεν θα ’ρχονταν ο Μάης/ στην έρημο. Στην έρημο πού να τα βρούμε τα Εντελβάις;
ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ Σήμερα η Διεθνής Οικονομία/ εκέρδισε τρεις πατάτες./ Ο διπλανός μου πεθαίνει./ Στα χείλη του που πιπιλάνε τις τελευταίες αναπνοές/ αφ’ τον ασκό του οξυγόνου/ ούτε παράπονο φαίνεται/ ούτε γέλιο./ Μα πέρα, στο βάθος του δρόμου,/ πίσω αφ’ τις μικρές αροδάφνες,/ που ακόμα δεν άνθισαν,/ τα χαλάσματα της Αθήνας/ περιμένουν την ανοικοδόμηση.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ Το σπαραγμό σου Ελλάδα μου, ποια νύχτα θα μου κρύψει;/ Ποιος πόνος θα μου πει;/ Ξεπέρασα τον πόνο πια και τη βαθιά μου θλίψη/ κι έφτασα στη σιωπή./ Και στέκω εμπρός σ’ ένα σωρό ρημάδια και συντρίμμια/ κι ούτε μια δέηση να πω μπορώ και ούτε μια βλαστήμια.
