Δεκαπέντε ΔΕΚΟ, καθώς και άλλες τρεις επιχειρήσεις στις οποίες το Δημόσιο διατηρεί μικρό ποσοστό, με συνολικό δυναμικό που αγγίζει τους 40.000 εργαζομένους, πέρασαν επίσημα χθες στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, το γνωστό ως Υπερταμείο, με τη δημοσιοποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης.
Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επενδύσεις και αναδιαρθρώσεις για τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους πολίτες, κάλυψη μέρους των ελλειμμάτων των φορέων αστικών συγκοινωνιών της πρωτεύουσας, διαβεβαιώσεις για διαφάνεια και λογοδοσία σε όλες τις διαδικασίες διακυβέρνησης.
Οι διοικήσεις των φορέων του Δημοσίου είναι υποχρεωμένες να υποβάλουν ώς τις 20 Απριλίου το δικό τους σχέδιο ανάπτυξης, που πρέπει να εναρμονίζεται με τη στρατηγική του Υπερταμείου.
Θα περιλαμβάνουν συγκεκριμένους στόχους, για τους οποίους θα γίνεται έλεγχος κάθε τρεις μήνες σε εταιρείες που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και στις υπόλοιπες κάθε μήνα.
Για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, ο στόχος είναι η βελτίωση της λειτουργίας και της αποδοτικότητας, η διασφάλιση της οικονομικής τους βιωσιμότητας.
Η δημόσια περιουσία αντιμετωπίζεται ως αναξιοποίητος κοινωνικός πλούτος, που μπορεί να αξιοποιηθεί και να αποτελέσει μοχλό για την προσέλκυση κεφαλαίων.
Επισημαίνεται η θετική εικόνα στην αγορά ακινήτων στη βόρεια και δυτική Ευρώπη, ενώ τονίζεται πως ανάλογες τάσεις αρχίζουν να διαφαίνονται και στην Ελλάδα.

↳ Κάντε κλικ για να μεγαλώσει η εικόνα
Οι δύο θυγατρικές
Στην αιχμή του δόρατος βρίσκονται δύο θυγατρικές του Υπερταμείου:
◼ Το ΤΑΙΠΕΔ, που θα υλοποιήσει το ήδη εγκεκριμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ώς τον Ιούλιο του 2020, αλλά προβλέπεται να δημιουργήσει τμήμα παρακολούθησης των συμβάσεων παραχώρησης.
◼ Η Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου (ΕΤΑΔ), που διαχειρίζεται πάνω από 71.000 ακίνητα του Δημοσίου, το σύνολο των τουριστικών εγκαταστάσεων (Ξενία, ιαματικές πηγές, χιονοδρομικά κ.λπ.), καθώς και δέκα ολυμπιακά ακίνητα
Αναβαθμίζεται σε κύριο φορέα ανάπτυξης των ακινήτων του Δημοσίου και έχει ήδη καταγράψει θετικά βήματα, αφού αύξησε σημαντικά τα έσοδα από μισθώσεις ακινήτων, που την περασμένη χρονιά έφθασαν το 73%, από 54% το 2015.
Προτεραιότητα της ΕΤΑΔ είναι η εξασφάλιση εσόδων με την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μέσω συνεργασιών με ιδιώτες, με μισθώσεις και μακροχρόνιες παραχωρήσεις.

Εμφαση δίνεται στην ανάπτυξη ιαματικού και ιστορικού τουρισμού, αγροτουρισμού και στοχευμένων προγραμμάτων για μεγάλες ηλικίες.
Στα ακίνητα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις του Τάε κβον ντο στο Δέλτα Φαλήρου, τα χιονοδρομικά στον Παρνασσό και το Καϊμακτσαλάν, το Αχίλλειο Κέρκυρας, το ολυμπιακό γήπεδο μπάσκετ στο Γαλάτσι και η περιοχή Καϊάφα στην Ηλεία.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε τρεις ΔΕΚΟ που προσφέρουν υπηρεσίες στους πολίτες και συγκεκριμένα:
● Η ΔΕΗ, που το 2015 κάλυπτε το 95% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, στο τέλος του 2019 θα περιοριστεί στο 49%. Θα συνεχίσει, πάντως, να καλύπτει το κοινωνικό τιμολόγιο και τις υπόλοιπες παροχές προς τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, που αφορούν πάνω από 676 χιλιάδες νοικοκυριά. Στο επενδυτικό της πλάνο προβλέπονται 83 εκατ. ευρώ που θα διατεθούν κυρίως για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
● Η ΕΥΑΘ, που βρέθηκε στην επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα, θα υλοποιήσει ώς το 2023 επενδύσεις ύψους 166 εκατ. ευρώ, ενώ η ΕΥΔΑΠ θα φθάσει τα 952 εκατ. ευρώ.
● Στον ΟΑΣΑ, τον φορέα των δημόσιων συγκοινωνιών της πρωτεύουσας, θα συνεχίσουν να λαμβάνουν επιχορήγηση, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Σήμερα εξυπηρετεί το 47% των μετακινήσεων, έναντι 49% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.
«Η χώρα μας καλείται να δημιουργήσει ένα σύγχρονο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης και εταιρικής διακυβέρνησης για την αξιοποίηση του εθνικού της πλούτου και των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων», αναφέρει η Ράνια Αικατερινάρη, διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΕΣΠ σε δήλωσή της με αφορμή τη δημοσιοποίηση του στρατηγικού σχεδίου, για το οποίο σημειώνει ότι «υπηρετεί αυτόν το στόχο και συμβάλλει στην προσπάθεια να κάνει η Ελλάδα το άλμα προς τα εμπρός. Γνωρίζουμε πολύ καλά τις δυνατότητες της χώρας μας. Εχουμε διαγνώσει, επίσης, τα δυνατά σημεία κάθε επιχείρησης, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τις αδυναμίες που έχουν συσσωρευτεί επί σειρά ετών, αλλά και τις ευκαιρίες που μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και της οικονομίας».
