Χρόνια είχα να περπατήσω την «άλλη» Αθήνα, τη δυτική. Επαιζε το Σάββατο μπάλα ο μικρός εγγονός μου στο Περιστέρι, σε γειτονιά και δρόμο του Περιστερίου που λέγονται Τσαλαβούτα αμφότερα, από το όνομα παλιού μεγαλοκτηματία της περιοχής, πολύ κοντά στο ΚΤΕΛ Κηφισού, κι είπα να το πάρω με το πόδι, Παγκράτι-Περιστέρι, κυρίως για τον αρχαιολογικό χώρο/άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος, όπου λίαν προσεχώς θα ευτυχήσω ιδιωτικής ξενάγησης· άμα έχεις μέσον… τύφλα να ’χουν η Novartis και το μετρό. «Μαζί τα φάγαμε», που είπε και κάποιος ευτραφής σοφός, κάποτε…
Το έκανα κοντά μιάμιση ώρα, ήταν και καλή μέρα, έπαιξε και καλά ο εγγονός μου, νίκησε και η ομάδα του. Κυρίως όμως πάτησα τα χώματα (ή την άσφαλτο) πολλών απ’ τα αθηναϊκά διαβάσματά μου, ιδίως μες στις αρχαιότητες της Ακαδημίας Πλάτωνος. Εκείνο όμως που προπαντός με κέντρισε ήταν η μαρμάρινη κρήνη στην πλατεία Μεταξουργείου, που μου ’δωσε και τον τίτλο: Κρυφή Αθήνα μιας άλλης εποχής.
Καθώς το εν λόγω γλυπτό σύνολο είναι ένα ακόμα από τα δεκάδες ανά την Αθήνα, την Ελλάδα και την υφήλιο (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία!), αντίγραφα ή παραλλαγές του περίφημου Μνημείου Λυσικράτη στην Πλάκα, γνωστό και ως Φανάρι του Διογένη. Επίσης, το αντίγραφο του Μεταξουργείο, μεταφέρθηκε εκεί, επί δημαρχίας Σπύρου Πάτση (από τους αξιολογότερους δημάρχους: 1917-1920, 1922-1929), από την πλατεία Δημοπρατηρίου (Μοναστηράκι)· κατ’ άλλη πληροφορία, από την πλατεία Συντάγματος, αρχές 20ού αιώνα.
Για δε τους φίλους της λαϊκής μας μουσικής, πιθανότατα σε παγκάκι αυτής της πλατείας και σε πακέτο από τσιγάρα έγραψε ο Μητσάκης το «Φτωχό κομπολογάκι μου σε είχα το μεράκι μου…». Αμα αγαπάς την Αθήνα, σε αγαπάει κι εκείνη…
