Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέρος του τρέχοντος σκηνικού και εκθεσιακού αφιερώματος της ΕΛΣ στον Στέφανο Λαζαρίδη (1942-2010) ήταν η παρουσίαση της πουτσίνειας «Τόσκας» σε αναβίωση της γνωστής παραγωγής που είχαμε πρωτοδεί στο «Ολύμπια» το 2007, με πρωταγωνίστρια τη Λετονή υψίφωνο και σημερινή ντίβα της ΜΕΤ, Κριστίνε Οπολάις.

Οπως είχα γράψει τότε («Ελευθεροτυπία», 28/3/2007), η σκηνοθεσία του Νίκου Πετρόπουλου, υιοθετώντας λογική αντίστοιχη αυτής του Τζόναθαν Μίλερ για την «Τόσκα» του Φλωρεντινού Μάη (1986), για την οποία ο Λαζαρίδης είχε φιλοτεχνήσει σκηνικά και κοστούμια, μεταφέρει ήρωες και δράση στο 1944, παραμονές της αποχώρησης των ναζί από τη Ρώμη.

Δοσμένη εύστοχα σε ύφος «φιλμ νουάρ», η μεταφορά είναι δραματουργικά άρτια, με ισορροπημένα υπαινικτικές δόσεις αφαίρεσης – ρεαλισμού που κρατούν έξυπνα αποστάσεις από τις αυθεντικές σκηνικές οδηγίες του συνθέτη, δίχως να τις ακυρώσουν.

Ηδη κλασική στην εύστοχα εκσυγχρονιστική της τόλμη, η προσέγγιση αυτή ανανεώνει ριζικά την εικονογραφία αυτής της όπερας-θρίλερ, εμφυσώντας νέα ζωή και σκηνική πειστικότητα που αλαφραίνουν ευπρόσδεκτα την όψη της από την υπερβολικά χρησιμοποιημένη, «αυθεντική» οπτική του ιστορισμού. Η παράσταση άφησε αρχικά άνισες εντυπώσεις –στην Α΄ πράξη όλοι ήταν θεατρικά λίγο αμήχανοι και οι φωτισμοί ήταν γενικώς κάπως άτεχνοι– αλλά συνολικώς ήταν πολύ καλή και έρρευσε απολαυστικά (26/1/2018).

Αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της παράστασης υπήρξε η ακμαία, έμπειρη υψίφωνος της ΕΛΣ, Τσέλια Κοστέα, η οποία, παρά το πρόβλημα στη μέση της, πρόσφερε ένα δίχως εκπτώσεις καλοτραγουδισμένο, δραματικά καλοζυγιασμένο και καλαίσθητο, σκηνικά πειστικό πορτρέτο της ηρωίδας των Σαρντού/Πουτσίνι. Αν και κάπως «λίγος» για τις απαιτήσεις του ρόλου –σαφώς περιμένει κανείς μια πιο δραματική, γεμάτη, μεστή φωνή– ο Τσέχος τενόρος Πάβελ Τσέρνοχ (Πρίγκιπας στη «Ρούσαλκα» της ΕΛΣ το 2009) υπήρξε ένας ταιριαστά νεανικός αυθόρμητος, ευάλωτος Καβαραντόσι.

Στην πρώτη του εμφάνιση ως Σκάρπια, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, αν εξαιρέσουμε την κάπως αμήχανη, θεατρικά υπερθεματισμένη απόδοση της Α΄ πράξης, απέδωσε πολύ καλά τον απεχθή ρόλο του αδίστακτου, σαδιστή βαρόνου, που παγιδεύει την αυτάρεσκη, απερίσκεπτη ντίβα, εκβιάζοντάς την ερωτικά ώσπου, μοιραία, να συναντήσουν αμφότεροι τον θάνατο. Καλοί γενικώς ήσαν οι λοιποί μονωδοί στους υποστηρικτικούς ρόλους, καλές οι χορωδίες της ΕΛΣ. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός εξασφάλισε στην παράσταση δυνατό ωστικό παλμό και τον απαραίτητο πυρετώδη ρυθμό.

Η Εύα, πλάσμα της πένας του Αδάμ

Οι βραδιές κλασικού τραγουδιού ουδέποτε ήταν το φόρτε της αθηναϊκής μουσικής ζωής. Με αυτό ως δεδομένο η προσφορά ιδιαίτερα φροντισμένων ρεσιτάλ από την εργατική υψίφωνο Λένια Ζαφειροπούλου σε τακτά διαστήματα κατά τα τελευταία χρόνια έρχεται να καλύψει με πολύ καλές προδιαγραφές ένα μείζον (αν και όχι τόσο δυσεξήγητο…) κενό, το οποίο –θα το πώ κι αυτό!– κανείς/καμιά συνάδελφός της δεν ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει έστω ως πρόκληση.

Αντιμετωπίζοντας τις εμφανίσεις της με αδιαπραγμάτευτα στενή, συνολική εποπτεία, η τραγουδίστρια ανθολογεί η ίδια τα τραγούδια, οργανώνει την παράθεση και τη διαδοχή τους με άξονα νοηματοδοτούσες θεματικές και κάνει τις μεταφράσεις/παραφράσεις τους που προβάλλονται ως υπέρτιτλοι. Η Ζαφειροπούλου προσεγγίζει το υλικό της με φωνή που τα τελευταία χρόνια έχει σκουρύνει και έχει αποκτήσει ευπρόσδεκτο βάρος, με αύξουσα αυτοπεποίθηση και φανερή συναίσθηση του αισθητικού δραματικού στίγματος του ρεπερτορίου, με φεμινιστική ευαισθησία και καλλιεργημένο συναίσθημα.

Αυτή τη φορά το ρεσιτάλ της στο Μέγαρο Μουσικής έφερε τον τίτλο «Η Εύα, πλάσμα της πένας του Αδάμ – Στερεότυπα της γυναικείας ταυτότητας στους στίχους και τις παρτιτούρες των ανδρών» (15/1/2018). Αρθρωμένο σε πέντε ενότητες, εκάστη των οποίων εστίαζε σε διαφορετική όψη της γυναικείας συνάντησης με τον κόσμο –και την οπτική– των κυρίαρχων ανδρών, το ρεπερτόριο της βραδιάς συνδύασε τραγούδια του κλασικισμού και του ρομαντισμού από τον γερμανόφωνο κεντροευρωπαϊκό χώρο (Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Μπραμς, Βολφ) με άλλα από τη βόρεια και ανατολική Ευρώπη της εποχής του ρομαντισμού (Τσαϊκόφσκι, Σιμπέλιους, Γκριγκ, Ρίμσκι-Κόρσακοφ).

Τραγουδισμένα όλα στις γλώσσες όπου γράφτηκαν –γερμανικά, ρωσικά– τα τραγούδια συνέθεσαν ένα νοηματικά συνεκτικό, ενιαίο, αισθητικά και υφολογικά πλούσιο ακρόαμα, που διέθετε πολλαπλό –μουσικό, διανοητικό– ενδιαφέρον και, ταυτόχρονα, πρόσφερε καθαρή απόλαυση και ανόθευτη συγκίνηση. Οπως πάντα, άξιος, ευφυής, υποστηρικτικός και συνάμα αυτόφωτος συνοδοιπόρος υπήρξε ο μόνιμος συνοδός της τραγουδίστριας, Ρώσος πιανίστας Αντρέι Χόβριν.