Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

-Να κάνει ποιον να ξεράσει;

Π. Κλοσοφσκί, Η Ρομπέρτ απόψε

Πώς μπορεί σήμερα να παρασταθεί στη σκηνή το Κακό, μισό αιώνα μετά το Μπαλκόνι του Ζενέ, που μοιάζει πρόδηλο, διότι το Κακό έγινε άδηλο και σιωπηλό σαν μια σκιά στον πνεύμονα;

Ποιος μπορεί να δει το Κακό σαν άνθος χωρίς να βρεθεί στο αδιέξοδο του Μποντλέρ, που απέδιδε στο Καλό αξία, διότι δίχως αυτό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει το Κακό;

Πώς αλλιώς, παρά με ένα σκάνδαλο: ζητώντας να το «δείξει», θα πρέπει να το «κρύψει» για να υπάρξει Θέατρο και όχι θυσία. Λόγια και όχι αίματα. Πορτοκάλια επί σκηνής -που καταβροχθίζονται με βουλιμία και εκσφενδονίζονται από τους ηθοποιούς– και όχι μαχαίρια.

Σκάνδαλο πάντως, διεγερτικό για τα καμένα μυαλά και τα κοιμισμένα θέατρα.

Αυτό συνέβη με το Ρομπ/Rob που είδα στη Στέγη. Οι Καραντζάς/Φιλίππου σε ένα cenacolo ετοίμασαν ένα νεκρόδειπνο όπου οι ελευθεριάζοντες συμποσιαστές τρώνε (με τα λόγια) τις σάρκες τους. Και το Κακό τρώει το ίδιο το Κακό (το κοιμισμένο θέατρο, τα καμένα μυαλά).

Ο Καραντζάς -με συνεχή ταμπλό βιβάν α λα Ραούλ Ρουίζ και με το σλόου μόσιον α λα Σάσα Βαλτς στο κρίσιμο σημείο της παράστασης- υψώνει στο φινάλε, προς τον ήλιο, ένα κομμένο μέλος του ανθρώπινου σώματος (χέρι ή φαλλό), που δείχνει τον δρόμο και στα κείμενα του Φιλίππου -τα «Πρακτικά» του Συνεδρίου μιας Εταιρείας των Φίλων του Εγκλήματος, αλλά χωρίς το έγκλημα.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Στη λογοτεχνία του Κακού για παράδειγμα -και κυρίως στον Σαντ- η παράβαση του νόμου, που επιζητά μια τέτοια Εταιρεία, εκθέτει όχι μόνο την υποκρισία του νόμου αλλά και την έλλειψη υποκρισίας. Και ιδού το έγκλημα: όχι τόσο το Κακό αλλά και η αφέλεια της κακουργίας.

Κείμενα, λοιπόν, αφορμές για μια τέλεια σκηνοθεσία εξαιρετικών ηθοποιών, κείμενα-αφορμές αλλά, φοβούμαι, χωρίς αφορμές. Αυτό είναι ίσως το μειονέκτημα του εγχειρήματος της σχοινοτενούς, μέχρις εξαντλήσεως, γραφής του Φιλίππου -όπως και όλων των απολιτικών γραφών της εξίσου απολιτικής εποχής μας όπου η κουλτούρα αγγίζει τον «βαθμό ζίροξ της αναπαραγωγής της»: το Κακό δεν βρίσκεται πλέον στην αέναη εξέγερση αλλά στη συντήρηση του αισθητικού ως (αν)αισθητικό.

Μα πού έχει περάσει λοιπόν το ξερατό; Και τι ξερνά ο ανορεκτικός νεοέλληνας που ασφυκτιά; Τίποτα!

Αναλογίζομαι πως έχουμε κάθε συμφέρον να κρατήσουμε τις μάσκες (οξυγόνου) στη στρατόσφαιρα. Διότι εμείς δεν κατευθυνόμαστε όπως ο Ρομπέρτο Τσούκο στην ταράτσα της φυλακής, ούτε ταλαντευόμαστε στη μαρκίζα πριν πέσουμε. Είμαστε, μασκοφόροι, εδώ. Ζούμε, γράφουμε, σκηνοθετούμε και δεν σκοτώνουμε.

Διαβάζουμε άραγε τον Φιλίππου με τον ίδιο τρόπο που μας αφήνει (;) ο Δημητριάδης να τον διαβάσουμε; Οχι ασφαλώς, διότι ο Φιλίππου μάς αφήνει.