Μιχ. Γ. Σπηλιώτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με το κείμενο αυτό θα ήθελα να εμπλουτίσω την προβληματική που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες έχοντας σημείο αφετηρίας την τραγωδία στη Μάνδρα. Ορθώς τονίστηκε ότι οι εκτεταμένες και συνεχείς παρεμβάσεις στα φυσικά υδατορέματα ήταν ένα κυρίαρχο αίτιο για την καταστροφή. Το ρέμα αποστραγγίζει μια έκταση, συνήθως πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων. Kάθε σημείο του υδατορέματος αντιστοιχεί σε μια υπολεκάνη, όπου το σημείο του υδατορέματος αποτελεί το χαμηλότερο σημείο. Επομένως, το υδατόρεμα μπορεί να μπαζώνεται, η λεκάνη απορροής όχι, με τις γνωστές συνέπειες.

Στην περιοχή της Μάνδρας τμήματα της κοίτης των Σουρών (ανάντη του πολύπαθου οικισμού) έχουν καταπατηθεί και το ρέμα διέρχεται ενίοτε και κάτω από κτίρια με αγωγούς. Για το δεύτερο ρέμα που συμβάλλει στον οικισμό, το ρέμα της Αγίας Αικατερίνης, στην είσοδό του στην επέκταση του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, η κοίτη του χάνεται.

Τα νερά διαχέονται επιφανειακά, φτάνουν στον οικισμό και παροχετεύονται μέσω των δρόμων του. Τα δύο ρέματα ενώνονται κατάντη του οικισμού σε μια ανεπαρκή διατομή.

Οπωσδήποτε, ο οικισμός θα είχε σωθεί αν είχε κατασκευαστεί έργο εκτροπής-διευθέτησης τους χειμάρρου της Αγίας Αικατερίνης, με σύζευξη κατάντη του ρέματος των Σουρών, περιμετρικά της πόλης, και κατόπιν, με διοχέτευση στη διατομή του Σαρανταπόταμου (βλ. ημερίδα του ΤΕΕ για την αντιπληµµυρική προστασία Αττικής το 2004). Γενικότερα, η απαγωγή των ομβρίων υδάτων που προέρχονται από τη φυσική λεκάνη εκτός του οικισμού (περιμετρικά) θα πρέπει να ακολουθηθεί ως γενικότερη τάση.

Ορθώς επισημάνθηκε ότι η κατάσταση στη Μάνδρα χειροτέρευσε υδρολογικά από την αστικοποίηση της περιοχής, αυξάνοντας τον συντελεστή απορροής και μειώνοντας τον χρόνο συγκέντρωσης, oπότε για την ίδιας σπανιότητας ένταση βροχής αυξήθηκε η παροχή αιχμής αλλά και μειώθηκε ο χρόνος εκδήλωσής της. Οι μικρότερες διατομές λόγω μπαζώματος, καταπατήσεων κ.λπ. ή οι κλειστοί αγωγοί στη θέση των φυσικών υδατορεμάτων αδυνατούν ακόμη περισσότερο να διοχετεύσουν τη νέα αιχμή λόγω της ανθρωπογενούς αλλοίωσης της λεκάνης απορροής.

Προφανώς, τα αντιπλημμυρικά έργα στη Μάνδρα θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί των μεγάλων οδικών έργων που προφανώς επιβάρυναν την υδρολογική συμπεριφορά της λεκάνης των Σουρών και την περαιτέρω υδραυλική διόδευση.

Επιπλέον, ως προς τον χρόνο υλοποίησης, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί η μεγάλη αστικοποίηση της περιοχής που προήλθε από την τάση αποκέντρωσης των βιομηχανικών μονάδων από το ιστορικό κέντρο της Αθήνας.

Βρισκόμαστε λοιπόν, ύστερα από δεκαετίες νέων κολοσσιαίων για το μέγεθος της χώρας έργων και με δεδομένη τη ραγδαία αστικοποίηση σε παράκτιους οικισμούς και στην Αττική, να στερούμαστε βασικά αντιπλημμυρικά έργα, εκθέτοντας έτσι σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.

Η χώρα είναι υπερχρεωμένη, η γραφειοκρατία αμείωτη, επομένως θα πρέπει να υπάρξει μια αλλαγή πορείας σε δύσκολες μάλιστα συνθήκες ώστε να μη χρειαστεί… να κατοικούμε από τον δεύτερο όροφο και πάνω, με δεδομένη μάλιστα την αναμενόμενη επιδείνωση στα ακραία υδρολογικά φαινόμενα από την κλιματική αλλαγή…

Θα πρέπει πάντως να γίνει παραδεκτό ότι κάτω από την πίεση της Ε.Ε. είναι σε φάση διαβούλευσης τα σχέδια για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας.

Οπως και στα διαχειριστικά σχέδια, οι μελετητές έκαναν μια τιτάνια προσπάθεια συλλογής στοιχείων, ταξινόμησης και εκμεταλλευόμενοι την πλούσια μελετητική εμπειρία, έφτασαν σε αξιόλογες διεπιστημονικές προσεγγίσεις λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την υδραυλική επίλυση αλλά και το πόσο ευάλωτο είναι το σύστημα σε μια φυσική καταστροφή (τρωτότητα). Η κριτική της μεθοδολογίας αυτής απαιτεί ένα άλλο άρθρο.

Ωστόσο, τα παραπάνω σχέδια χωλαίνουν σε ένα πολύ βασικό σημείο. Στα περισσότερα ρέματα της Ελλάδας, ακόμη και σε πρωτεύουσες νομών, δεν υπάρχουν συστηματικά μετρημένες απορροές. Ενίοτε, όπως φάνηκε στην περίπτωση της Μάνδρας, ούτε καν μετρημένες βροχοπτώσεις. Αυτό αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο τόσο στα διαχειριστικά σχέδια νερού όσο και στην ορθολογική αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας.

Το γεγονός αυτό είναι ακόμη πιο καταθλιπτικό αν αναλογιστούμε ότι στα μοντέλα μεμονωμένου υδρολογικού γεγονότος, βασικά εργαλεία όπως τα συνθετικά μοναδιαία υδρογραφήματα προέρχονται κυρίως από την αμερικανική βιβλιογραφία. Αν και εξ ορισμού το πλημμυρικό γεγονός είναι ένα φαινόμενο με πολυπλοκότητα και εγγενή αβεβαιότητα, αν υπήρχαν μετρήσεις, τότε θα μπορούσαν τα πολύπλοκα αυτά μοντέλα να ρυθμιστούν με βάση τις μετρημένες τιμές, χωρίς βέβαια να αποτρέπεται πλήρως η περίπτωση αποκλίσεων στις εκτιμήσεις.

Για τα απαραίτητα ανασχετικά έργα ορεινής υδρονομίας, συγκράτησης φερτών και διαμόρφωσης πιο ήπιας κλίσης δεν υπάρχει χώρος, αρκεί να αναφερθεί ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μοιάζουν στάσιμα και παρατημένα.

Τέλος, θα πρέπει και περισσότερο κριτικά να αξιολογήσουμε το μεταπολεμικό (και μετεμφυλιακό) κατευθυνόμενο μοντέλο ανάπτυξης που συγκέντρωσε τον μισό πληθυσμό στην Αθήνα μέσα σε λίγες τετραετίες, οικουμενικές και εφταετίες, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένη πίεση στο περιβάλλον, στον αστικό χώρο αλλά και στην ίδια την αστική κληρονομιά και συνακόλουθη ιστορική μνήμη που είναι αποτυπωμένη στο Λεκανοπέδιο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής.

* επίκουρος καθηγητής ΔΠΘ, Πολυτεχνικής Σχολής, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών