Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχοντας τα προηγούμενα χρόνια «πατάξει» τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αλλά και τη νομική προστασία των μισθωτών, οι δανειστές μας στρέφονται περισσότερο σε τεχνικά θέματα όσον αφορά την τέταρτη αξιολόγηση του Τρίτου Μνημονίου. Ετσι και αλλιώς έχουν θεσμοθετηθεί τόσο η άνοδος των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης (ήδη από το 2015) όσο και ο καταποντισμός των συντάξιμων αποδοχών (από το 2016 με το ποσοστό αναπλήρωσης να φτάνει για 40 έτη εργασίας μάξιμουμ στο 46,8% από 80%), αλλά και η πλήρης αποδιοργάνωση του συστήματος προστασίας των εργαζομένων (μέσω του πρώτου και του δεύτερου Μνημονίου).

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δανειστές στην έκθεσή τους αναγνωρίζουν ότι με τον νόμο Κατρούγκαλου επιτεύχθηκε ο στόχος της μείωσης της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 1% του ΑΕΠ και απορροφήθηκαν οι μειώσεις στις συντάξεις των προηγούμενων Μνημονίων που είχαν κριθεί αντισυνταγματικές. Επίσης οι δανειστές μας περιμένουν και τη μείωση στις επικουρικές συντάξεις μέχρι τον ερχόμενο Μάρτιο.

Βέβαια σ’ αυτό το πλαίσιο περικοπής του κράτους πρόνοιας εντάσσεται και η κατάργηση (στο τέλος του 2019) του ΕΚΑΣ με την κυβέρνηση να πρέπει μέχρι τον Ιούνιο να έχει εκδώσει τη σχετική υπουργική απόφαση.

Μέσα λοιπόν στο 2018 θα περικοπούν 808 εκατ. ευρώ, ενώ η πλήρης κατάργηση θα περικόψει και τα τελευταία 853 εκατ. ευρώ που δίνονταν στους χαμηλοσυνταξιούχους.

Το «μάτι» των δανειστών πέφτει τώρα στην εφαρμογή των δυσμενών επιπτώσεων που φέρνει ο νόμος Κατρούγκαλου στις συντάξεις.

Αυτό που φαίνεται να καίει τους πιστωτές μας είναι ο επανυπολογισμός των καταβαλλόμενων συντάξεων που θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Μαρτίου 2018, ώστε να έρθει το «τσεκούρωμα» στις αρχές του 2019.

Επίσης θα πρέπει να έχουν καταβληθεί οι συντάξεις για τις οποίες έχουν κατατεθεί αιτήσεις συνταξιοδότησης, ως εξής: Μέχρι τον Απρίλιο του 2018, οι αρχές θα υπολογίζουν και θα επεξεργάζονται όλες τις αιτήσεις συνταξιοδότησης του 2016 και το 30% των βασικών αιτήσεων συντάξεων που υποβλήθηκαν το 2017 και τουλάχιστον 13.800 αιτήσεις συμπληρωματικής σύνταξης που υποβλήθηκαν από 1.1.2015 και 31.12.2016.

Από την άλλη η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων φέρνει περισσευούμενο προσωπικό, το οποίο η κυβέρνηση οφείλει στο πλαίσιο της 4ης αξιολόγησης να μεταφέρει σε άλλες διοικήσεις, συμπεριλαμβανομένου του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και του ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός για την Παροχή των Υπηρεσιών Υγείας), προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρησιακή τους ικανότητα.

Εκεί ωστόσο που αφήνονται περιθώρια ενδεχομένως και αυθαιρεσιών είναι στο θέμα των μεγαλοοφειλετών του ασφαλιστικού συστήματος!

Σύμφωνα λοιπόν με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση θα πρέπει να δημοσιεύει τακτικά τον κατάλογο των μεγάλων οφειλετών της κοινωνικής ασφάλισης (είναι αυτοί που χρωστούν πάνω από 150.000 ευρώ στο σύστημα).

Ωστόσο ορίζεται ότι χρέη που χαρακτηρίζονται ως μη εισπράξιμα δεν θα δημοσιευτούν! Πάντως η διοίκηση του ΕΦΚΑ θα πρέπει προηγουμένως (μέχρι τον Μάιο 2018 δηλαδή) να έχει ταξινομήσει τους μεγάλους οφειλέτες με βάση την ανάλυση των οικονομικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων για τον προσδιορισμό της βιωσιμότητάς τους.

Παράλληλα θα πρέπει να έχει στείλει όλους όσοι χρωστούν στο ΚΕΑΟ, δεδομένου ότι ο φορέας αυτός έχει «εξοπλιστεί» με εργαλεία τάχιστης αναγκαστικής εκτέλεσης.

Διασύνδεση

Στην αδήλωτη εργασία πέφτει το κύριο βάρος στο μεγάλο πεδίο της αγοράς εργασίας. Ετσι μέχρι τον Μάιο θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διασύνδεση των ηλεκτρονικών συστημάτων του υπουργείου Εργασίας, του υπουργείου Οικονομικών, του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, ΟΑΕΔ, ΕΦΚΑ και της Ελληνικής Αστυνομίας για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών.

Στο πλαίσιο της αναβάθμισης του ΟΑΕΔ έρχεται (μέχρι τον Μάιο) ο θεσμός του συμβούλου εργοδότη. Επίσης μέχρι το Μάιο η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει παραδώσει το πρώτο σχέδιο του κώδικα του εργατικού δικαίου, ώστε να υπάρξει ενοποίηση των διάσπαρτων διατάξεων που διέπει τη σχέση εργοδότη-εργαζόμενου.

Τέλος, οι δανειστές εκτιμούν ότι η ανεργία θα μειωθεί στο 20,1% το 2018, σε 18,4% το 2019, στο 16,8% το 2020 και στο 15,5% το 2021. Πάντως δεν διευκρινίζουν ότι οι περισσότερες νέες θέσεις εργασίας αναφέρονται σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης (που σημαίνει μισή δουλειά μισή αμοιβή).