Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν ισχύει αυτό που λένε, πως είμαστε τα βιβλία που διαβάζουμε και οι ταινίες που βλέπουμε, τότε αυτό σίγουρα ισχύει για τον διεθνούς φήμης Γερμανό σκηνοθέτη Φόλκερ Σλέντορφ. Ο ίδιος το εξομολογήθηκε -μαζί με πολλά ακόμα- πριν από λίγες μέρες στο Βερολίνο, καλεσμένος στο 3ο ελληνικό φεστιβάλ κινηματογράφου Hellas FilmBox Berlin. Εξάλλου, όπως είπε, «μέσα από τις ταινίες μου, η ζωή μου φαντάζει ανοιχτό βιβλίο».

«Γεννήθηκα το 1939 στο Βισμπάντεν και πρώτη φορά είδα σινεμά στα 15 μου. Κι όμως, είχαμε τότε κινηματογράφο στην πόλη. Που έπαιζε γαλλικές ταινίες! Είδα φιλμ του Κοκτό, είδα το “Ριφιφί” του Ντασσέν, φιλμ νουάρ και γαλλικής αβάν γκαρντ. Τόσο με τράβηξε αυτός ο παράξενος και σέξι κόσμος, που θέλησα αμέσως να γίνω κομμάτι του», είπε. «Αμέσως πήγα στο Παρίσι. Ημουν δεν ήμουν 20 χρονών.

Ο πατέρας μου ήταν γιατρός και δεν τα πηγαίναμε καθόλου καλά. Ουσιαστικά, το έσκασα, πήγα στη Γαλλία, έμαθα τη γλώσσα και σπούδασα εκεί. Βρέθηκα στο Παρίσι, την κατάλληλη εποχή. Ηταν η εποχή του Τριφό, του Γκοντάρ και εξαιρετικών κριτικών και θεωρητικών του κινηματογράφου. Μπορεί να μη θυμάμαι τα ονόματα των ανθρώπων που φάγαμε μαζί χθες το βράδυ, αλλά θυμάμαι έναν προς έναν όσους κάθονταν στο Σινεματέκ τότε κάθε βράδυ και βλέπαμε μαζί ταινίες.

«Σήμερα οι σκηνοθέτες φοβούνται να κάνουν πολιτικό σινεμά»

Αργότερα, συνεργαστήκαμε και με πολλούς από αυτούς. Δούλεψα, για παράδειγμα, δίπλα στον Γαβρά ως βοηθός σκηνοθέτη (είμαστε ακόμα καλοί φίλοι) και ο ίδιος δούλεψε για πολλούς Γάλλους κινηματογραφιστές… Ηταν αλλιώς τότε. Μπορούσες να ζήσεις από το σινεμά. Και θέλαμε να βγάλουμε χρήματα.

Τότε ήταν δυνατόν και να κάνεις καριέρα και να βγάλεις χρήματα στην Ευρώπη με το να φτιάχνεις ταινίες. Κάναμε αυτό που ονομάζεται “art house films”. Σχεδόν κάθε βράδυ ανεβοκατεβαίναμε τη Σανζ Ελιζέ περνώντας μπροστά από τα σινεμά για να δούμε σε ποια ταινία η ουρά στο ταμείο ήταν πιο μεγάλη. Ακόμα και ο Γκοντάρ το έκανε κι ας σνόμπαρε όλους τους άλλους ως “μη επαγγελματίες”».

«Οταν ζήτησα να κάνω την πρώτη μου ταινία, η απάντηση από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου ήταν “να γυρίσεις στον τόπο σου και να μας πεις πώς είναι η Γερμανία”. Ομως, έχοντας ζήσει 10 χρόνια στη Γαλλία, δεν ήξερα καθόλου πώς ήταν η Γερμανία! Τότε, στα 25 σου έπρεπε να έχεις κάνει ήδη μία μεγάλου μήκους.

Ωστόσο, εγώ είχα ξεχάσει σχεδόν και τα γερμανικά μου. Ομως, όταν βρέθηκα ξανά στο Μόναχο για τα γυρίσματα, κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αρνούμαι για πάντα πως αυτή είναι η δική μου κουλτούρα, η γερμανική και όχι η γαλλική».

Εκανε σπουδαίες ταινίες ο Σλέντορφ. «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» το 1975, «Το ταμπούρλο» (1979, βασισμένο στο βιβλίο του νομπελίστα Γκίντερ Γκρας), για το οποίο τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών και Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, «Ο θάνατος του εμποράκου» (1985) με τον Ντάστιν Χόφμαν, «Ηomo Faber» (1991) με τον Σαμ Σέπαρντ (η μοναδική ταινία που είχε γυρίσματα και στην Ελλάδα) κ.ά. «Οταν η ταινία μου ήταν υποψήφια για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, κανείς σχεδόν δεν ήξερε τότε για τα Οσκαρ στην Ευρώπη» δήλωσε.

«Τα φιλμ έπαιρναν αξία αν παίζονταν στα μεγάλα Φεστιβάλ της Βενετίας ή των Κανών. Κανείς δεν ήξερε ποια ταινία είχε πάρει το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας τότε. Οπότε, πραγματικά, σχεδόν έχω ξεχάσει το Οσκαρ. Θυμάμαι όμως το βραβείο στις Κάνες. Το θυμάμαι, γιατί αμέσως μετά, περπατώντας στην Κρουαζέτ, έπεσα πάνω στον Τριφό.

Επειδή ήμουν της ομάδας του Λουί Μαλ (οι δυο τους τότε ανήκαν σε χωριστές ομάδες), μου έκανε εντύπωση που με πλησίασε. Με χτύπησε στον ώμο και μου είπε “έκανες μια καλή ταινία”. Αυτά τα λόγια για μένα ήταν σημαντικότερα από βραβείο».

«Το ότι ανήκω σε αυτό που λέμε “νέο γερμανικό σινεμά”, εννοώντας το τότε βέβαια, έγινε πολύ φυσικά» είπε. «Ηταν υπέροχα όταν ξεκίνησε αυτό το ρεύμα – ήμασταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι. Σαν τη Νουβέλ Βαγκ στο Παρίσι, η οποία φυσικά μας επηρέασε. Νιώθαμε κάπως σαν “αδελφότητα”. Αυτό που έγινε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80, σε μας έγινε σχεδόν 20 χρόνια νωρίτερα.

»Είχαμε ισχυρό αίσθημα της αλληλεγγύης, ανήκαμε σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινές επιθυμίες και οράματα, παρότι φτιάχναμε πολύ διαφορετικά φιλμ ο καθένας. Δουλεύαμε με τον Βέντερς και τον Φασμπίντερ. Ουσιαστικά, μέχρι να βγει το ΑΙDS, κάναμε πολλή παρέα και εκτός γυρισμάτων. Αλλά η δεκαετία του ΑΙDS, τέλη ’70, πραγματικά διέλυσε τις παρέες».

«Εκανα πολιτικό σινεμά, όταν δεν φοβούνταν οι σκηνοθέτες να πουν πως κάνουν πολιτικό σινεμά – κάτι που ισχύει σήμερα» διευκρίνισε. «Το ίδιο το κοινό το ζητούσε, γιατί ο κινηματογράφος τόσο για τους δημιουργούς όσο και για τους θεατές ήταν χώρος γνώσης και ελευθερίας. Σήμερα φοβόμαστε τα πάντα. Σκεφτόμουν πως αν τώρα στη Γερμανία είχαμε αναλογικά όσους μετανάστες έχετε εσείς στην Ελλάδα, θα είχαμε σίγουρα φασιστική καγκελαρία. Πώς να κάνουμε πολιτική ταινία για το μεταναστευτικό, όταν και το φοβόμαστε και δεν το ξέρουμε;».

Οσο για το τι ετοιμάζει, ο Φ. Σλέντορφ γελώντας πικρά μάς είπε: «Μέχρι να καταλάβω γιατί η τελευταία μου ταινία («Επιστροφή στο Μόντοκ», 2017) πήρε τόσο κακές κριτικές, δεν νομίζω να ξανακάνω ταινία».