Παρά τους υψηλούς τόνους μιας μερίδας πανεπιστημιακών, το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται μια «ήσυχη» μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η χρηματοδότηση των ΑΕΙ αυξάνεται αργά αλλά σταθερά, η στήριξη της έρευνας αρχίζει να γίνεται πράξη και ο εξορθολογισμός του θεσμικού πλαισίου που διέπει την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα προχωρεί. Προφανώς εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα.
Ενα πρόβλημα είναι η παραβατικότητα μέσα στα ιδρύματα, καθώς οι βίαιες εκδηλώσεις έχουν χάσει πια τα χαρακτηριστικά μιας σκόπιμης και συντεταγμένης διαμαρτυρίας και αποκτούν ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας αυθαίρετης συμπεριφοράς.
Ενα άλλο άλυτο πρόβλημα είναι ο τοπικισμός και η επιρροή που εξακολουθούν να έχουν διάφοροι εξωθεσμικοί παράγοντες στα ακαδημαϊκά πράγματα.
Τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν με μια μονοκονδυλιά, γιατί αντικατοπτρίζουν χρόνιες στρεβλώσεις του πολιτικού συστήματος, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.
Ενα μεγάλης εμβέλειας εγχείρημα, που παρά τα προσκόμματα προχωρεί, είναι η συγκρότηση του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας.
Ο όρος «ενιαίος χώρος» συντομεύει και κωδικοποιεί το εξής αυτονόητο: ότι, αν δεν συμπυκνωθεί και δεν αναβαθμιστεί, το κατακερματισμένο και γεωγραφικά «απλωμένο» εκπαιδευτικό-ερευνητικό σύστημα θα χάσει μετά βεβαιότητος τον δημόσιο χαρακτήρα του και την καλώς εννοούμενη ανταγωνιστικότητά του.
Οποιος δεν κατανοεί τη θέση αυτή δεν έχει παρά να σκεφτεί γιατί οι πιέσεις που ασκούνται από τα νεοφιλελεύθερα κέντρα δεν εστιάζονται πλέον στην ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, αλλά στην ιδιωτικοποίηση (μέσω του δούρειου ίππου της δήθεν αυτονομίας) των δημόσιων ΑΕΙ.
Ο δημόσιος διάλογος για την Παιδεία εδώ και δύο χρόνια είχε σκιαγραφήσει τρία ορόσημα στη διαδικασία συγκρότησης του ενιαίου χώρου.
Το πρώτο ήταν η ίδρυση ενός ανεξάρτητου φορέα ερευνητικής χρηματοδότησης που θα είναι απαλλαγμένος από τους περιορισμούς που συνοδεύουν τα προγράμματα ΕΣΠΑ.
Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε πλήρως με την ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Το ΕΛΙΔΕΚ προχωρεί με σταθερό βηματισμό και η κοινότητα αρχίζει να συλλέγει καρπούς.
Το δεύτερο ζήτημα που είχε τεθεί στον διάλογο για την Παιδεία ήταν οι συγχωνεύσεις τμημάτων ΤΕΙ με τα Πανεπιστήμια. Η αρχική σκέψη ήταν να επιλεγούν με κάποιο τρόπο τμήματα ΤΕΙ που έχουν κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο λειτουργίας και να ενταχθούν μέσα σε ευρύτερες ακαδημαϊκές ενότητες για να επιτευχθεί η «ολοκλήρωση» των πανεπιστημιακών σχολών και η δημιουργία κρισίμων μαζών.
Το ερώτημα ήταν ωστόσο τι θα γινόταν με τα τμήματα που δεν διέθεταν τέτοιες υψηλές προδιαγραφές.
Η ζωή απάντησε σ’ αυτό το δίλημμα με τον δικό της τρόπο και εισηγήθηκε λύσεις που δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Οταν το υπουργείο Παιδείας απελευθέρωσε τις επιμέρους ακαδημαϊκές κοινότητες από τον δεσποτισμό που χαρακτήριζε τις παλαιότερες μεθόδους εποπτείας των ΑΕΙ, προέκυψαν, από τη βάση, τρεις ενδιαφέρουσες ιδέες.
Η πρώτη ήταν η συγχώνευση δύο μεγάλων ΤΕΙ της Αττικής και η δημιουργία ενός Πανεπιστημίου με καθαρά τεχνολογικό χαρακτήρα.
Η δεύτερη ήταν η ίδρυση νέων τμημάτων στα περιφερειακά Πανεπιστήμια (Ιόνιο, Ηπειρος, Θεσσαλία, Δ. Μακεδονία) και η στελέχωσή τους με προσωπικό από τα τμήματα των κατά τόπους ΤΕΙ.
Τέλος, η τρίτη ιδέα, που συζητείται τώρα στην Κρήτη, είναι η δημιουργία ενός «ομόσπονδου» ιδρύματος που θα αποτελείται από το Πανεπιστήμιο, το ΤΕΙ και το Πολυτεχνείο που υπάρχουν στο νησί. Εύλογα προκύπτουν διάφορα ερωτήματα.
Είμαστε ικανοποιημένοι από τις ομαδοποιήσεις τμημάτων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής; Τώρα δηλαδή δεν θα υπάρχουν ΤΕΙ;
Παύει να υφίσταται η ανάγκη ενός τεχνολογικού τομέα στην ανώτατη εκπαίδευση; Τι θα γίνουν οι απόφοιτοι των Επαγγελματικών Λυκείων, που μέχρι τώρα είχαν εκλεκτική πρόσβαση στα ΤΕΙ;
Τι θα γίνει με τα επαγγελματικά δικαιώματα των νέων και των παλιών αποφοίτων;
Ολα αυτά τα προβλήματα είναι μπροστά μας. Μπροστά στις ακαδημαϊκές κοινότητες, το υπουργείο Παιδείας, τις τοπικές κοινωνίες.
Αλλά για να ξεκινήσουμε από μια θέση αρχής, θα πρέπει να συμφωνήσουμε στο εξής: η ανάγκη ύπαρξης τεχνολογικού τομέα δεν έπαψε να υπάρχει. Το αντίθετο μάλιστα.
Αρα, τα τμήματα των ΤΕΙ που συγχωνεύονται με τα Πανεπιστήμια δεν θα πρέπει κατά κανέναν τρόπο να χάσουν τον τεχνολογικό χαρακτήρα τους. Είναι άλλο η αναβάθμισή τους και άλλο η αλλαγή της ταυτότητάς τους.
Αν αποδεχθούμε τη θέση αυτή, η επίλυση των άλλων προβλημάτων γίνεται ευκολότερη. Στο μέλλον, προβλέπεται να ιδρυθούν διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης μέσα στα ΑΕΙ που θα απευθύνονται στους αποφοίτους των Επαγγελματικών Λυκείων και θα τους επιτρέπουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε πανεπιστημιακά τμήματα – όπως γίνεται στη Γαλλία.
Μέχρι όμως να εδραιωθούν τα διετή προγράμματα, ίσως και μετά, οι απόφοιτοι των Επαγγελματικών Λυκείων θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν την προνομιακή σχέση που έχουν τώρα με τα τμήματα των τέως ΤΕΙ. Εν τω μεταξύ, πρέπει να συνεννοηθούμε και σε κάτι άλλο: η ουσιαστική αναδιαμόρφωση του εκπαιδευτικού-ερευνητικού συστήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν υλοποιηθεί και ο τρίτος στόχος που είχε προκύψει στην εθνική διαβούλευση για την Παιδεία, δηλαδή η κινητικότητα των φοιτητών και του επιστημονικού προσωπικού.
Είμαστε από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη όπου οι φοιτητές που εισάγονται σε ένα πανεπιστημιακό τμήμα δεν έχουν τη δυνατότητα να συνδυάσουν μαθήματα και δεξιότητες από διαφορετικές επιστημονικές πειθαρχίες. Είμαστε επίσης από τις λίγες χώρες που δεν αξιοποιούν το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει στα ερευνητικά κέντρα για να υποβοηθηθεί η εκπαιδευτική διαδικασία στα Πανεπιστήμια.
Καθώς αφήνουμε πίσω μας την οξεία φάση της οικονομικής κρίσης και τα μνημόνια, ίσως είναι καιρός να αλλάξουμε ρότα.
*Καθηγητής Πανεπιστημίου, πρόεδρος του ΕΣΕΚΑΑΔ
