Με τον γνωστό τρόπο παραποίησης μιας «είδησης», η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» αποφάσισε να επιτεθεί στον γραμματέα Ιθαγένειας με αφορμή μια εγκύκλιο για τους μετανάστες, στοχοποιώντας τον ευθέως για τις απόψεις του (που προφανώς δεν ταυτίζονται με τα εθνικιστικά ιδεώδη του εκδοτικού ομίλου).
Ρωτήσαμε τον ειδικό γραμματέα Ιθαγένειας, Λάμπρο Μπαλτσιώτη, που είναι νομικός (αλλά και ιστορικός), για το πώς ακριβώς έχει το θέμα της συγκεκριμένης «είδησης».
Ο ίδιος έδωσε όλες τις διευκρινίσεις, ενώ μας γνωστοποίησε ότι σύντομα θα γίνουν αλλαγές σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (συγκεκριμένες ερωτήσεις, διαθέσιμες απαντήσεις) που θα αποσκοπούν στο να εξαλειφθεί ακόμα και η παραμικρή αυθαιρεσία, διαφορετική εκτίμηση και «μεσολάβηση».
«Εκτός από την πλήρη διαφάνεια, θα επιταχυνθούν και οι πολυετείς καθυστερήσεις», τόνισε ο κ. Μπαλτσιώτης.
Η αλήθεια
Σε ό,τι αφορά τον δήθεν «ελέγχο» της ψήφου και των φρονημάτων των μεταναστών, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική, σημειώνει ο Λ. Μπαλτσιώτης:
«Ο Κώδικας Ιθαγένειας θεσπίζει εξ αρχής ως κριτήριο πολιτογράφησης την ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στη ζωή της χώρας. “Ειδική βαρύτητα στην εκτίμηση περί υιοθέτησης της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας έχουν η συμμετοχή σε συλλογικούς φορείς, πολιτικές ενώσεις ή σωματεία όπου συμμετέχουν και Ελληνες πολίτες” (αρ. 5)».
Οπως σημειώνει δε ο κ. Μπαλτσιώτης, ο νομοθέτης θεώρησε τόσο σημαντική τη διάταξη αυτή ώστε να την περιλάβει αυτολεξεί και στην αιτιολογική έκθεση, ενώ άλλη παράγραφος του ίδιου άρθρου αναφέρει ότι η Επιτροπή Πολιτογράφησης γνωμοδοτεί για τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων.
«Δεν μπορώ να εντοπίσω μετατόπιση από την εγκύκλιο του 2010 στη σημερινή.
Η παλαιότερη εστιάζει στη δυνατότητα του αιτούντος να μην απαντά σε κάτι που ο ίδιος δεν επιθυμεί (πολιτικές πεποιθήσεις, κομματική ταυτότητα κ.λπ.) συνιστώντας να μην υποβάλλονται παρόμοια ερωτήματα, ενώ η νεότερη αναφέρει ότι η επιτροπή είναι ελεύθερη να ερωτά αλλά προφανώς με κανέναν τρόπο δεν αναιρείται το δικαίωμα της μη απάντησης από τον ερωτώμενο.
Η μόνη μετατόπιση που υπάρχει αφορά άλλη διατύπωση της εγκυκλίου του 2010 σύμφωνα με την οποία η “πολιτική-κομματική ταυτότητα” του υποψηφίου δεν μπορεί να εξεταστεί, ακόμη και αν αυτός συγκατατίθεται.
Αυτή η διατύπωση όμως είχε δημιουργήσει ζητήματα καθώς, για παράδειγμα, κάποιοι κατέθεταν έγγραφα που αποδείκνυαν τη σχέση τους με πολιτικές ομάδες, κόμματα κ.λπ., δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα.
Ενώ κάποιες επιτροπές ρωτούσαν, ακολουθώντας τη νομοθεσία, “ανήκετε σε κάποιο κόμμα;” και παίρνοντας την απάντηση “ναι”, δεν έκαναν άλλη ερώτηση, “πιστώνοντας” ωστόσο μεγαλύτερη ένταξη από μια απλή κατάφαση.
Η νεότερη συμπληρωματική εγκύκλιος έρχεται να λύσει αυτά τα ζητήματα που προκύπτουν καθημερινά και αφορούν τις εργασίες των επιτροπών.
Είναι μάλιστα, καλώς ή κακώς, πλησιέστερη προς το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα Ιθαγένειας, καθώς μεταφέρει επακριβώς, χωρίς να εθελοτυφλεί, τη ρητή επιλογή του νομοθέτη ότι η πολιτική συμμετοχή αποτελεί κριτήριο συνεκτιμώμενο θετικά.
Εννοείται βέβαια ότι αφορά την οποιαδήποτε πολιτική συμμετοχή, σε οποιονδήποτε πολιτικό χώρο και αν κινείται.
Ο νομοθέτης θέλησε να ευνοήσει τον πολιτικά ενεργό και δραστήριο, σε βάρος τού πολιτικά αδιάφορου και αμέτοχου.
Σημειώνω μάλιστα ότι η συγκεκριμένη διάταξη είναι ψηφισμένη από χρόνια και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τα δικαστήρια.
Εξάλλου τώρα πια η Επιτροπή Πολιτογράφησης είναι υποχρεωμένη να αιτιολογεί εξαντλητικά τις αποφάσεις της, αναγράφοντας ρητά τις ερωταπαντήσεις, κάτι που αποτελεί την πληρέστερη εγγύηση για τον αποκλεισμό και του παραμικρού ενδεχομένου πολιτικής μεροληψίας κάποιων μελών της».
Ο ειδικός γραμματέας εξήγησε στη συνέχεια το πώς ξεκίνησε όλη αυτή η διαδικασία στην Ελλάδα.
«Ο νομοθέτης το 1997, όταν θέσπισε την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ειδικά των ευαίσθητων δεδομένων, δεν “υπολόγισε” επαρκώς τις πιθανές ειδικές ρυθμίσεις όταν πρόκειται (και) για την κτήση ιθαγένειας με πολιτογράφηση, όπως αυτή περιγράφεται στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας.
Ετσι, οι ποινικές καταδίκες, δηλαδή δεδομένο ευαίσθητου χαρακτήρα, εξετάζονται διεξοδικά, καθώς η νομοθεσία αποκλείει πρόσωπα τα οποία έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα αδικήματα ή έχουν συγκεκριμένο ύψος ποινής.
Ακόμη και το σημαντικό δεδομένο ευαίσθητου χαρακτήρα της υγείας του προσώπου γίνεται αντικείμενο “επεξεργασίας”, όπως στην πολιτογράφηση προσώπων με βαριά νοητική ή ψυχική υστέρηση ή στην επίσπευση της αίτησης για λόγους υγείας.
Αν μάλιστα δούμε την υπάρχουσα νομοθεσία, μερικές διατάξεις του Κώδικα Ιθαγένειας προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη “κάμψη” των αρχών περί προσωπικών δεδομένων ευαίσθητου χαρακτήρα και ενδεχομένως ανησυχίες ή καλύτερα θα έλεγα μια οφειλόμενη εγρήγορση όσων εμπλέκονται στη διαδικασία της πολιτογράφησης.
Η πρώτη αφορά την ύπαρξη λόγων δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας στο πρόσωπο του αλλοδαπού.
Δηλαδή, σε γνώση των αρμόδιων διευθύνσεων έρχονται ιδιαίτερα “ευαίσθητες” πληροφορίες, πέρα από την ποινική κατάσταση, για κάποια -ελάχιστα- πρόσωπα, οι οποίες αξιολογούνται από την υπηρεσία, τον υπουργό και ενδεχομένως το Συμβούλιο Ιθαγένειας.
Οφείλω εδώ να σημειώσω ότι το άρθρο αυτό, όπως επαναδιατυπώθηκε το 2010, ελαχιστοποιεί τα περιθώρια για αυθαιρεσίες, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, οπότε κατηγοριοποιήσεις όπως “μουσουλμάνος” ή ακόμη και “καθολικός” μπορεί να απέκλειαν κάποιον από την πολιτογράφηση. Η δεύτερη αφορά τη διάταξη του Κώδικα Ιθαγένειας σχετικά με την πλήρωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του αιτούντος: “Να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας, σεβόμενος τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες τη διέπουν”. Ουσιαστικά πάλι η κρίση της έρχεται σε “επαφή” με ευαίσθητα δεδομένα.
Ολα τα παραπάνω ισχύουν σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οποίες -όπως και η ελληνική- έχουν θεσπίσει ένα πλαίσιο ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια καταστρατήγησης των αγαθών που προστατεύονται.
Η ειδική διαδικασία της πολιτογράφησης, από τη φύση της, “εμπλέκεται” σε προσωπικά δεδομένα, και ευαίσθητου χαρακτήρα».
