H επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα αποδείχτηκε τελικά ιστορική, καθώς τέθηκαν για πρώτη φορά σε ανώτατο επίπεδο τόσο ανοικτά στο τραπέζι όλα τα ζητήματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.
Επρόκειτο, με άλλα λόγια, για ένα ιδιότυπο «ντιμπέιτ» ανάμεσα στον Τούρκο πρόεδρο και τον Ελληνα πρωθυπουργό, οι οποίοι όμως σε μια τόσο ασταθή περιοχή και σε μια τόσο κρίσιμη χρονική συγκυρία είναι υποχρεωμένοι να συναντώνται, να συνομιλούν και να συνεργάζονται.
Διεθνή μέσα ενημέρωσης εκτιμούσαν πως η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου αποτελεί μια ύστατη προσπάθεια να κρατήσει ανοιχτή μια «πόρτα» προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, όσο οι σχέσεις του με τη Γερμανία, την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ περνούν σοβαρή κρίση. Βάσει αυτού, αρκετοί θα ανέμεναν να αντικρίσουν έναν Ταγίπ Ερντογάν νηφάλιο και συναινετικό.
Ωστόσο ο ηγέτης της Τουρκίας θέλησε στην πραγματικότητα να δείξει ότι αποτελεί έναν αυτόνομο και δυναμικό πόλο στην περιοχή, με ιδιαίτερη επιρροή στις ισλαμικές και αραβικές χώρες (εξ ου και οι σχετικές αναφορές του όταν ρωτήθηκε για την ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τον Ντόναλντ Τραμπ).
«Το ταγκό θέλει δύο»
Ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίστηκε πιο επίμονος (ίσως και επιθετικός) απέναντι στον Ελληνα Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στις κοινές δηλώσεις Τσίπρα – Ερντογάν, ο πρόεδρος της Τουρκίας εμφανίστηκε πιο προσεκτικός και πιο νηφάλιος. Ο Αλέξης Τσίπρας, όμως, είχε τη θεσμική δυνατότητα να απαντήσει επί όλων των ζητημάτων, παραμένοντας ωστόσο προσηλωμένος στην απόφαση της Αθήνας να τείνει «χείρα φιλίας» στη γείτονα.
Κυβερνητικός αξιωματούχος έλεγε πάντως πως «προφανώς δεν περιμέναμε η Τουρκία να αλλάξει τις θέσεις της» και υπογράμμιζε ότι «εμείς θέλουμε να παίξουμε με την Τουρκία έναν εποικοδομητικό ρόλο σταθερότητας στην περιοχή, μέσω των αναβαθμισμένων σχέσεων. Το ταγκό όμως θέλει πάντα δύο».
Η τουρκική ηγεσία, σύμφωνα με πληροφορίες, ζητούσε τους τελευταίους μήνες μετ’ επιτάσεως από την Αθήνα να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη επίσκεψη, ενώ όλο τον Νοέμβριο υπήρξαν εντατικές συνεννοήσεις ανάμεσα στο ελληνικό και το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών και τους αρμόδιους παράγοντες των ηγετών των δύο χωρών.
Στέλεχος του Μαξίμου, ερωτηθέν για τη χρονική συγκυρία της επίσκεψης Ερντογάν, σχολίαζε ότι «οι σημαντικές επισκέψεις δεν γίνονται όταν όλα τα ζητήματα έχουν διευθετηθεί, ώστε να ανταλλάσσονται φιλοφρονήσεις ανάμεσα στους ηγέτες. Πραγματοποιούνται όταν υπάρχει σοβαρή ανάγκη να επιλυθούν μια σειρά ζητήματα, όταν πρέπει να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να αναβαθμιστούν οι σχέσεις ανάμεσα στις χώρες».
Η διεθνής κοινότητα, όπως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασε αρνητικά στις δηλώσεις Ερντογάν για τη Συνθήκη της Λωζάννης. Το μεν Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μέσω εκπροσώπου του που μίλησε στην ΕΡΤ, ανέφερε πως «για τις ΗΠΑ είναι θέμα αρχής να υποστηρίζουν την κυριαρχία των χωρών της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων της Ελλάδος και της Τουρκίας».
«Αδειασμα» από Βερολίνο
Από το Βερολίνο το κλίμα ήταν ομοίως αρνητικό, με τους αρμόδιους παράγοντες να τηρούν την ίδια στάση με αυτήν του προηγούμενου Γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαγερ, που στα τέλη του 2016 είχε πει στην «Καθημερινή» πως «η ισχύς της Συνθήκης της Λωζάννης είναι αδιαμφισβήτητη».
Ανώνυμη πηγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μιλώντας στην ιστοσελίδα euractiv.com, αρκέστηκε να επαναλάβει με νόημα ότι «είναι σαφείς σε όλους οι προσδοκίες μας σε όλες τις υποψήφιες χώρες [για ένταξη στην Ε.Ε.] αναφορικά με το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις σχέσεις καλής γειτονίας και τη δέσμευση έναντι του διεθνούς δικαίου και των συνθηκών».
Οι δυο ηγέτες συμφώνησαν να ξεκινήσουν ξανά οι συνομιλίες για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και Ασφάλειας, των οποίων την «υψηλή εποπτεία» θα έχουν οι Τσίπρας και Ερντογάν και στις οποίες θα συμμετάσχουν η στρατιωτική ηγεσία και η υπηρεσιακή ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα, συμφώνησαν να υπάρξει επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών για την υφαλοκρηπίδα.
Συμφώνησαν επίσης να υπάρξουν νέα μέτρα για τη συνεργασία των δύο χωρών στο πλαίσιο της ευρωτουρκικής συμφωνίας για το προσφυγικό, με στόχο να υπάρξει αποσυμφόρηση των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου. Πέραν της προώθησης μιας σειράς έργων υποδομών, οι Τσίπρας και Ερντογάν συμφώνησαν να συνεδριάσει το συντομότερο δυνατόν το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά και να συσταθεί η Μικτή Οικονομική Επιτροπή.
