Μαρίνα Ελευθεριάδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σημερινή εικόνα του λεγόμενου «Ισλαμικού κράτους» σε υποχώρηση σε τίποτα δεν θυμίζει το de facto -εδαφικό- κράτος της περιόδου 2014-16. Η εδαφική συρρίκνωση του «Χαλιφάτου» θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση από μια ημι-συμβατική σύγκρουση σε μια σύγκρουση χαμηλής έντασης, που θα τροφοδοτείται αέναα από την αστάθεια και τα δομικά εθνο-θρησκευτικά προβλήματα στη Συρία και στο Ιράκ. Ταυτόχρονα, όμως, θα επιφέρει την παρακμή της επιρροής του «Ισλαμικού κράτους» και του Αλ-Μπαγκντάντι στο τζιχαντιστικό στερέωμα.

Το ηττημένο -στη Συρία και στο Ιράκ- «Ισλαμικό κράτος» και οι υποχωρούντες υποστηρικτές του έχουν δύο επιλογές. Η πρώτη, να μεταφέρει το «Ισλαμικό κράτος» το εδαφικό του επίκεντρο σε άλλες περιφέρειες, στη Λιβύη, την Υεμένη ή και στο Σινά, όπου δρουν τζιχαντιστικές δυνάμεις, που έχουν δώσει όρκο πίστης στο «Ισλαμικό κράτος». Κανένας από τους πιθανούς προορισμούς, ωστόσο, δεν δύναται να προσφέρει στην οργάνωση την αίγλη και τη δυναμική του βραχύβιου «Χαλιφάτου». Για ορισμένους, ιδιαίτερα για τους ξένους μαχητές, η επιστροφή στις χώρες καταγωγής τους αντί της μετάβασης στο νέο μέτωπο αποτελεί μια ευκολότερη επιλογή.

Ορισμένοι εξ αυτών θα συλληφθούν, άλλοι θα προσπαθήσουν να επιστρέψουν στις πρότερες -ειρηνικές- ζωές τους, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό θα επιχειρήσει να μεταφέρει τη σύγκρουση στις δυτικές πρωτεύουσες. Εντούτοις, αν και είναι πιθανόν να υπάρξουν επιθέσεις στο προσεχές μέλλον στο όνομα του «Χαλιφάτου» από επιστρέφοντα μέλη της οργάνωσης ή τοπικούς υποστηρικτές, αναπόφευκτα αυτές σταδιακά θα μειωθούν σε συχνότητα και επιχειρησιακή πολυπλοκότητα.

Αυτό το διαφαινόμενο κενό στον τζιχαντιστικό χώρο επιχειρεί να καλύψει η Αλ Κάιντα. Ο παραγκωνισμός της μετά το σχίσμα του 2013, όταν ο ηγέτης του «Ισλαμικού κράτους» αμφισβήτησε ευθέως την ηγεσία του Αϊμάν αλ-Ζαουάχρι, αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για την οργάνωση. Ωστόσο, η Αλ Κάιντα προσβλέπει σε μια αντιστροφή του κλίματος και διαθέτει δύο όπλα στη φαρέτρα της.

Πρώτον, η Αλ Κάιντα είναι πλέον σε θέση να ισχυριστεί ότι η αρχική της επιφύλαξη για την πρόωρη, όπως διατεινόταν, «εδαφοποίηση» του τζιχαντιστικού κινήματος και τη μετάβαση σε μια στρατηγική ημι-συμβατικού πολέμου αποδείχθηκε ορθή και όντως η επιμονή του Αλ-Μπαγκντάντι να κηρύξει την ανασύσταση του «Χαλιφάτου» οδήγησε σε καταστρεπτική ήττα.

Το δεύτερο όπλο που διαθέτει η Αλ Κάιντα είναι ο 25χρονος γιος τού Μπιν Λάντεν, Χάμζα. Υπάρχουν διάσπαρτες πληροφορίες για τη ζωή του μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ τα ίχνη του χάθηκαν μετά την εξουδετέρωση του πατέρα του. Επανεμφανίστηκε το 2015 σε ηχητικό μήνυμα του Αλ-Ζαουάχρι, ενώ ακολούθησε σειρά άλλων μηνυμάτων με τελευταίο τον Νοέμβριο του 2017, λίγες μέρες μετά τον μαζικό αποχαρακτηρισμό αρχείων από το κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν στο Πακιστάν.

Ο Χάμζα φαίνεται να προκρίνει την επιστροφή στην παραδοσιακή στρατηγική της Αλ Κάιντα. Δίνει προτεραιότητα, δηλαδή, στις επιθέσεις εναντίον δυτικών (και εβραϊκών) στόχων, παρά στη σύγκρουση στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αντίθετα με το «Ισλαμικό κράτος» που καλούσε τους πιστούς να μεταναστεύσουν στη Συρία και στο Ιράκ, ο Χάμζα μπιν Λάντεν αποτρέπει τους «μαχητές του τζιχάντ» να μεταβούν στην περιοχή, προτρέποντάς τους αντίθετα να επικεντρωθούν στις επιθέσεις στη Δύση.

Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η προσπάθεια του Χάμζα μπιν Λάντεν να παρουσιαστεί ως ενωτική φιγούρα. Στο πλαίσιο αυτό, αποφεύγει κάθε εμπρηστική αναφορά στο «Ισλαμικό κράτος», τονίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη ενοποίησης των τζιχαντιστικών δυνάμεων παγκοσμίως και ιδιαίτερα στη Συρία. Προσβλέπει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια ενδεχόμενη προσέλκυση των μαχητών του «Ισλαμικού κράτους» στους κόλπους των πιστών στην Αλ Κάιντα δυνάμεων στη Συρία, οι οποίες επιδίδονται το τελευταίο διάστημα σε μια επιθετική προσπάθεια ενοποίησης των τζιχαντιστικών ομάδων στο Ιντλίμπ υπό την αιγίδα της Ταχρίρ αλ-Σαμ.

Στην προσπάθεια αυτή, ενδεχομένως, εντάσσεται και η συμπερίληψη των «Ράφιντα» (υποτιμητικός όρος για τους σιίτες) στην απαρίθμηση των «εχθρών του Ισλάμ» σε κάποια από τα μηνύματα του Χάμζα Μπιν Λάντεν. Η προσθήκη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή απροθυμία της Αλ Κάιντα να στοχοποιήσει τους σιίτες, στοιχείο που τη διαφοροποιούσε έως τώρα από το «Ισλαμικό κράτος», για το οποίο η σύγκρουση με τους σιίτες (και το Ιράν) αποτελεί βασικό ιδεολογικό πρόταγμα.

Η συγγένεια με τον ιδρυτή της Αλ Κάιντα φέρνει τον Χάμζα σε πλεονεκτική θέση να επιτύχει τη συσπείρωση των τζιχαντιστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, το αναμφισβήτητο ρητορικό του χάρισμα τον καθιστά μια περισσότερο θελκτική φιγούρα από τον ομολογουμένως «λίγο» Αλ-Ζαουάχρι, που επιπλέον έχει το… μειονέκτημα να είναι Αιγύπτιος.

Προς το παρόν, ο Αλ-Ζαουάχρι φαίνεται να στηρίζει την προώθηση του Χάμζα ως κεντρικού προσώπου στην προπαγάνδα της οργάνωσης, αντιλαμβανόμενος τον διχαστικό χαρακτήρα που έχει αποκτήσει η ηγεσία του και τα οφέλη μια τέτοιας κίνησης. Ωστόσο, τα όρια της μεγαθυμίας του Αλ-Ζαουάχρι και το κατά πόσο βάζει τα συμφέροντα της οργάνωσης πάνω από τα δικά του θα φανεί στο μέλλον, όταν τα υποβόσκοντα αιτήματα για αλλαγή ηγεσίας τεθούν πιο ξεκάθαρα.

*Διδάσκει «Ασύμμετρες Συγκρούσεις» στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, αρχισυντάκτρια στο ΚΕΜΜΙΣ (www.cemmis.edu.gr)