Αν δεν υπήρχαν τα εξωπραγματικά κατορθώματα της Παρί Σεν Ζερμέν, θα μπορούσαμε κάλλιστα να μιλάμε για τη χρονιά της Μάντσεστερ Σίτι τόσο στην Αγγλία όσο και στο Τσάμπιονς Λιγκ.
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι δεν έχει χάσει ακόμα και ήδη «τρέχει» ένα σερί 17 διαδοχικών νικών, αλλά και ο τρόπος που το καταφέρνει. Με μεγάλα σκορ. Επικρατώντας σημαντικών αντιπάλων. Περνώντας από δύσκολες έδρες…
Μετά την πρώτη σεζόν του Πεπ Γουαρδιόλα στο τιμόνι των «Πολιτών», η οποία εξελίχθηκε σε χρονιά προσαρμογής, πλέον όλα λειτουργούν όπως πρέπει στο «Ετιχαντ»: «Ετσι μας αρέσει να παίζουμε. Η αυτοπεποίθησή μας είναι στα ύψη. Ολοι πιστεύουν ότι θα κερδίσουμε. Γνωριζόμαστε καλύτερα μεταξύ μας, εγώ γνωρίζω καλύτερα τους παίκτες μου και το πρωτάθλημα», δηλώνει πλέον ο Καταλανός τεχνικός.
Η ομάδα μοιάζει με καλοκουρδισμένη μηχανή και όλα τα γρανάζια δουλεύουν στην εντέλεια.
Θωρακισμένη άμυνα, ο Νταβίδ Σίλβα ως οργανωτής, οι Σανέ και Στέρλινγκ να «πετάνε» στα άκρα και οι Αγουέρο και Ζεσούς να σκοράρουν ανελλιπώς.
Υπάρχει όμως ένα γρανάζι, ένας παίκτης που ξεχωρίζει, πρώτος μεταξύ ίσων. Ο Κέβιν ντε Μπρένε.
Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή είναι η σωστή προφορά του ονόματός του, το οποίο έχει εμφανιστεί στον Τύπο με όλους τους τρόπους: Ντε Μπράιν, Ντε Μπρούιν, Ντε Μπρούινε…
Πρόσφατα όμως, σε συνέντευξη για το επίσημο τηλεοπτικό κανάλι του συλλόγου του, αυτή ήταν η πρώτη ερώτηση που του έγινε. Και απάντησε: «Ντε Μπρένε»…
Ο 26χρονος Βέλγος μέσος, λοιπόν, βρίσκεται στην καλύτερη φάση της καριέρας του και δίκαια χαρακτηρίζεται από τους πάντες ως ο κορυφαίος παίκτης της φετινής Πρέμιερ Λιγκ.
Και να σκεφθεί κανείς ότι πριν από τέσσερα χρόνια, τον Ιανουάριο του 2014, έφευγε από το «Στάμφορντ Μπριτζ» απογοητευμένος από τις ελάχιστες ευκαιρίες που του έδινε ο Ζοσέ Μουρίνιο στην Τσέλσι.
Μάλιστα ο Πορτογάλος τεχνικός είχε δηλώσει για τον Βέλγο παίκτη: «Δεν θέλει να βρίσκεται κάπου όπου δεν θα γνωρίζει αν θα παίξει το επόμενο Σάββατο. Χρειάζεται αυτή τη σιγουριά, τη βεβαιότητα ότι θα είναι πάντα βασικός. Εγώ δεν συμφωνούσα με τη νοοτροπία αυτή. Του είπα ότι έπρεπε να μάθει να συνυπάρχει με αστέρια όπως οι Αζάρ, Μάτα, Βίλιαν… Δεν μπορούσα να του υποσχεθώ τίποτε. Και αυτός δεν προπονούνταν όπως έπρεπε. Οπότε προχωρήσαμε στην πώλησή του και πιστεύω ότι κάναμε καλά».
Ο Ντε Μπρένε βρέθηκε στη Βόλφσμπουργκ και εκεί η βελτίωσή του σημείωσε γεωμετρική πρόοδο. Η επιρροή του στο παιχνίδι αυξανόταν διαρκώς.
Με τον καιρό εξελίχθηκε σε ένα ποδοσφαιρικό 4×4, σε έναν all-around παίκτη, ικανό να κυριαρχεί σε κάθε τύπου αναμέτρηση, σε όλες τις συνθήκες, σε επιθέσεις κατοχής ή αντεπιθέσεις…
Ετσι ήρθε το ενδιαφέρον της Μάντσεστερ Σίτι, που το 2015 έδωσε 75 εκατ. ευρώ για να τον επαναφέρει στην Πρέμιερ Λιγκ. Υπό τις οδηγίες του Μανουέλ Πελεγρίνι, αγωνιζόταν ως αριστερός εξτρέμ, δεδομένου ότι οι Τουρέ και Φερναντίνιο συνιστούσαν το ντουέτο του κέντρου (το «εξάρι» και το «οκτάρι»), ενώ ο Νταβίδ Σίλβα ήταν ο επιτελικός μέσος («δεκάρι»). Το ταλέντο της ομάδας ήταν δεδομένο, αλλά τα αποτελέσματα δεν έρχονταν.
Το καλοκαίρι του 2016 κατέφθασε στον αγγλικό Βορρά ο Πεπ Γουαρδιόλα. Ο Καταλανός τεχνικός αρχικά πήγε στο οικείο γι’ αυτόν σχήμα 4-3-3, με έναν αμυντικό μέσο (Φερναντίνιο) και τους Ντε Μπρένε και Σίλβα ως εσωτερικούς μέσους – φιλόδοξο και υπερ-επιθετικό σχήμα που δεν απέδωσε.
Η πρώτη χρονιά του κύλησε… αναγνωριστικά. Φέτος όμως όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Και αυτό σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται στον Κέβιν ντε Μπρένε και την απόλυτη προσαρμογή του στον νέο του ρόλο.
Ο Καταλανός προπονητής τού έδωσε τα ηνία της ομάδας και τον «υποχρέωσε» να διευρύνει τον ρόλο του μέσα στο γήπεδο, να περνάει η μπάλα από τα πόδια του περισσότερες φορές μέσα στον αγώνα, να καλύπτει μεγαλύτερες αποστάσεις και να «προσφέρεται» περισσότερο.
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο οι μεγάλοι παίκτες πλέον είναι πολυδιάστατοι. Ο Λιονέλ Μέσι δημιουργεί και εκτελεί, το ίδιο και ο Νεϊμάρ, ο Αζάρ…
Ολες οι μεγάλες ομάδες έχουν πλέον μαέστρους με τέτοια χαρακτηριστικά. Τις περισσότερες φορές «γεννιούνται» έτσι.
Ομως ο Βέλγος προέκυψε στην πορεία, όπως δείχνουν και τα στατιστικά του. Στη Βόλφσμπουργκ είχε 44,7 πάσες ανά αγώνα. Πέρυσι, έφτασε τις 50 πάσες. Πλέον ο μέσος όρος του ξεπερνάει τις 74 πάσες σε κάθε παιχνίδι του με τη Σίτι.
Μάλιστα το ένα από τα επτά γκολ που σημείωσαν οι «Πολίτες» σε βάρος της Στόουκ αποδεικνύει ανάγλυφα τι είναι ο Ντε Μπρένε για την ομάδα του: τρέχει στην περιοχή της Σίτι για να βοηθήσει τον Γουόκερ στην ασφαλή έξοδο της μπάλας. Κατόπιν συνδυάζεται στο κέντρο με τον Σίλβα. Ξαναπαίρνει την μπάλα έχοντας φτάσει πλέον στο τελευταίο τέταρτο και βγάζει μια ασύλληπτη πάσα στον Σανέ, ο οποίος με τη σειρά του λέει «πάρε βάλε» στον Στέρλινγκ.
Ο Βέλγος βρίσκεται σε όλους τους χώρους και δεν κρύβεται. Παράλληλα ας μην ξεχνάμε το καταπληκτικό σουτ από απόσταση που διαθέτει, όπως και τη σωρεία των ασίστ που μοιράζει.
Κλειδί βέβαια για τις εμφανίσεις του Ντε Μπρένε είναι η παρουσία του Γουαρδιόλα. Και κλειδί για την επιτυχία του Γουαρδιόλα στη φετινή Σίτι είναι η παρουσία του Ντε Μπρένε.
Ο Καταλανός τεχνικός «λάμπει» όταν μιλάει για τον Βέλγο μέσο, κάτι που του συμβαίνει μόνο με τους παίκτες που μοιράζονται την ίδια ποδοσφαιρική φιλοσοφία με αυτόν: «Διαθέτει ποιότητα, αφοσίωση στο παιχνίδι χωρίς την μπάλα, περιέργεια, ευφυΐα. Είναι τόσο έξυπνος. Με μία οδηγία ξέρει τι πρέπει να γίνει ακριβώς. Είναι γρήγορος. Βλέπει τον χώρο καλύτερα και γρηγορότερα από κάθε άλλον. Είναι καλός με την μπάλα στα πόδια. Είναι πλήρης».
Κυρίως, όμως, ο Ντε Μπρένε είναι ο «επιταχυντής», αυτός που εμποδίζει την κυκλοφορία της Σίτι από το να γίνει ένα ατέρμονο και μονότονο «τίκι-τάκα». Είναι η βαλβίδα που ανεβοκατεβάζει την πίεση και την ταχύτητα, που υπαγορεύει τον ρυθμό και το βάθος του παιχνιδιού, που συντονίζει τους υπόλοιπους εξαιρετικούς χειριστές της μπάλας και τους δίνει κατεύθυνση προς τα εμπρός.
Ο Γουαρδιόλα πιστεύει ότι ο Ντε Μπρένε «βρίσκεται ένα σκαλοπάτι πίσω μόνο από τον Λιονέλ Μέσι».
Και όσοι παρακολουθούμε τα όσα κάνει ο 26χρονος Βέλγος στον αγωνιστικό χώρο, αναρωτιόμαστε πού βρίσκεται το ταβάνι του…
