Της Κυριακής Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Λέιλα σκέφτεται πως σίγουρα θα υπάρχουν μέρη στον κόσμο όπου διαδραματίζεται η αληθινή ζωή. Μακριά από δω, από τον καταυλισμό τους. Μέρη όπου κάθε βράδυ ανάβουν άπειρα φώτα, γυναίκες και άντρες συναντιούνται για να πιουν έναν καφέ ή να πάνε μια βόλτα, ζουν θυελλώδεις έρωτες, χορεύουν αγκαλιασμένοι τα μεσάνυχτα και όταν βρέχει περπατούν μες στη βροχή γιατί ξέρουν πως σε λίγη ώρα θα μπουν στο σπίτι τους και θα φορέσουν καθαρά, στεγνά ρούχα.

Τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν στη γειτονιά τη δική της. Μια γειτονιά από προκάτ σπίτια. Προκάτ και η ζωή τους, πρόχειρη. «Για λίγο», της είχαν πει στην αρχή. Πέρασαν δυο χρόνια. Σήμερα διάβασε ένα περιοδικό που μοιράζεται δωρεάν. Λέει πως μοιάζουν με ήρωες περιπετειωδών μυθιστορημάτων, αλλά η ίδια δεν συμφωνεί καθόλου. Στα βιβλία αυτά οι ήρωες μιλούν ακατάπαυστα, εκείνη ζει μέσα σε μεγάλες σιωπές. Πεθαίνουν για κάποιο υψηλό ιδανικό, αλλά εκείνη δεν έχει βρει κάποιο ακόμα.

Ζουν ασυλλόγιστα για χάρη ενός μεγάλου έρωτα, αλλά εδώ ο έρωτας πνίγεται στα λασπόνερα της χθεσινής καταιγίδας. Εχει διαβάσει τέτοια βιβλία, στη Δαμασκό. Οταν έμπαινε στον κόσμο τους, όλα είχαν το μεθυστικό άρωμα μιας αληθινής ζωής στην ορμητική ροή της καθημερινότητας. Εδώ, σήμερα, οι δικοί της κοιτάζουν με μάτια σβησμένα τη θάλασσα, περιμένοντας ένα πλοίο να τους πάει κάπου. Πού; Οπου να ’ναι. Τα βράδια η Λέιλα μετράει τ’ άστρα για να κοιμηθεί.

Εφυγαν εδώ και καιρό τα συνεργεία της τηλεόρασης, λιγόστεψαν οι δημοσιογράφοι. Τα ναυάγια είναι τέταρτη, πέμπτη είδηση. Ακουσε τα αγόρια να λένε πως ίσως ήρθε ο καιρός να γυρίσουν πίσω, πως οι μάχες σταμάτησαν. Πού είναι το «πίσω»;

Αφού ό,τι θυμάται δεν υπάρχει πια· θαμμένες οι πολιτείες κάτω από χαλάσματα. Φοβάται τώρα τελευταία πως θα την αφήσουν για πάντα εδώ, σαν ξεχασμένη αποσκευή. Τα μαλλιά της θα γκριζάρουν, ρυτίδες θα σκάψουν το πρόσωπό της, το κορμί της θα βαρύνει, σταθερό κι αμετακίνητο, σαν τους κάβους του λιμανιού. Πάνω της θα δένονται πλοία, θα δένονται οι άνθρωποί της που δεν ξέρουν πια πού να πάνε. Εγκλωβισμένοι, ανάμεσα στο πίσω και το μπρος.

Η Ευρώπη μοιάζει «απαγορευμένη» γη της επαγγελίας. Ενας τόπος ονειρικός. Δεν ξέρει αν έχει το δικαίωμα ή το κουράγιο να τον αναζητήσει. Της συμπεριφέρεται σαν ακατάδεκτος γείτονας που της απαγορεύει να περάσει το κατώφλι του. Είναι μόλις δεκαοκτώ χρόνων κι ο δρόμος ακόμα μακρύς.

Το θαλασσινό μονοπάτι στενεύει. Αν της δίνει κάτι κουράγιο είναι τα τραγούδια της πατρίδας της. Χθες άκουσε ένα του συμπατριώτη της Αντνάν Καραζόλι:

Τέλος, φτάνει πια, δεν θέλω να ονειρεύομαι άλλο, Τα βήματά μου σταμάτησαν, μπροστά στις στήλες του ουρανού. Σηκώνω το βλέμμα ώς το ψηλότερο σημείο, εκείνο που οδηγεί στις πύλες του Θεού, και του φωνάζω: Αρκετά δε με βασάνισες; Χόρτασα πια, με κούρασαν όλα εκείνα τα όνειρα. Σε ικετεύω, δώσε μου ένα καινούργιο, ένα αλλιώτικο όνειρο, να ’χει άλλα χρώματα…