Νέο επεισόδιο στο πολυετές νομικό και διπλωματικό θρίλερ με πρωταγωνιστή τον ιδρυτή του αποκαλυπτικού ιστότοπου Wikileaks, Τζούλιαν Ασάνζ, που παραμένει έγκλειστος στην πρεσβεία του Εκουαδόρ στο Λονδίνο για περισσότερο από πεντέμισι χρόνια – συγκεκριμένα από τις 19 Ιουνίου του 2012…
Η κυβέρνηση στο Κίτο, διά στόματος της υπουργού Εξωτερικών Μαρία Φερνάντα Εσπινόσα, επιβεβαίωσε την Πέμπτη πως -κατόπιν δικού του αιτήματος- δόθηκε η υπηκοότητα του Εκουαδόρ στον 46χρονο καταζητούμενο, γεννημένο στην Αυστραλία, ώστε να του παρασχεθεί ένα «επιπλέον επίπεδο προστασίας» στο πλαίσιο της εξεύρεσης μιας «αξιοπρεπούς και δίκαιης λύσης» με τις Αρχές της Βρετανίας για τερματισμό του εγκλεισμού του, αφού κινδυνεύει με άμεση σύλληψη αν εξέλθει από την πρεσβεία.
«Εχουμε βάσιμους φόβους για πιθανό κίνδυνο της ζωής και της ακεραιότητάς του, όχι απαραίτητα από το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά από τρίτες χώρες», υποστήριξε η Εσπινόσα, έχοντας δηλώσει λίγες μέρες νωρίτερα πως αναζητούνται διεθνείς μεσολαβητές προκειμένου να αρθεί αυτή η «μη βιώσιμη» κατάσταση.
Στο μεσοδιάστημα, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης της λατινοαμερικανικής χώρας να του χορηγηθεί στάτους διπλωμάτη (άρα και διπλωματική ασυλία).
Ο Ασάνζ, ο οποίος είχε λάβει αρχικά πολιτικό άσυλο από το Εκουαδόρ όταν κατέφυγε στην πρεσβεία του το 2012, απειλείται να συλληφθεί από τη βρετανική αστυνομία επειδή είχε παραβιάσει τότε τους όρους της εγγύησης που του είχε επιβάλει το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας, όταν έχασε την έφεσή του έναντι του αιτήματος της Σουηδίας να εκδοθεί εκεί για να δικαστεί κατηγορούμενος για σεξουαλικές επιθέσεις εναντίον δύο γυναικών.
Το 2016 επιτροπή εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ είχε χαρακτηρίσει «αυθαίρετη κράτηση» τη στέρηση της ελευθερίας του.
Τον περασμένο Μάιο οι Σουηδοί εισαγγελείς έβαλαν στο αρχείο τις κατηγορίες, τις οποίες εκείνος πάγια αρνούνταν, αποδίδοντάς τες σε πολιτικές σκοπιμότητες στο πλαίσιο δυσφημιστικής εκστρατείας σε βάρος του.
Αμερικανικός εφιάλτης
Ο χειρότερος εφιάλτης του Ασάνζ παραμένει πως, αν πέσει στα χέρια των βρετανικών αρχών, θα καταλήξει να παραδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου σχεδόν σίγουρα θα διωχθεί ποινικά (παρότι δεν του έχουν απαγγελθεί επίσημα κατηγορίες) για τις συνταρακτικές αποκαλύψεις των Wikileaks το 2010.
Εκείνη τη χρονιά, η Αμερικανίδα διεμφυλική στρατιωτική αναλύτρια Τσέλσι Μάνινγκ (πρώην Μπράντλεϊ Μάνινγκ) είχε διοχετεύσει στον ιστότοπο του Ασάνζ πάνω από 700.000 διαβαθμισμένα στρατιωτικά έγγραφα, τηλεγραφήματα διπλωματικών αρχών και βίντεο για τον βρόμικο πόλεμο των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν.
Εχοντας διατελέσει χάκερ στα νιάτα του, ο Ασάνζ ίδρυσε τα Wikileaks το 2006 με στόχο να προωθήσει τη διαφάνεια και να παράσχει ασφαλές διαδικτυακό περιβάλλον σε πληροφοριοδότες υπέρ του δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers).
Εκτοτε, έχει δημιουργήσει τόσο ένθερμους υποστηρικτές, που τον θεωρούν «ήρωα» επειδή ξεσκεπάζει μυστικά και ψέματα κυβερνήσεων, κορυφαίων αξιωματούχων και οικονομικών παραγόντων, όσο και φανατικούς πολέμιους που τον καταγγέλλουν για ιδιοτελή επιδίωξη δημοσιότητας και τον αποκαλούν «εγκληματία» που «υπονομεύει» την ασφάλεια και τα συμφέροντα των χωρών της Δύσης.
Ακόμα και η κυβέρνηση του Εκουαδόρ τού έχει ζητήσει επανειλημμένα να μην αναμειγνύεται σε υποθέσεις ξένων κρατών. Τον Οκτώβρη του 2016, παραμονές των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, η πρεσβεία του Εκουαδόρ τού έκοψε προσωρινά τη σύνδεση με το ίντερνετ, μετά τη δημοσιοποίηση χιλιάδων αποκαλυπτικών emails της προεκλογικής καμπάνιας της Χίλαρι Κλίντον, ωθώντας ουκ ολίγους να τον εγκαλέσουν πως χάρισε ένα ανέλπιστο δώρο στον Ντόναλντ Τραμπ.
