Ο λαβύρινθος είναι μια μεταφορά για τη ζωή. Ταξίδι δίχως χάρτη, που απαιτεί διάθεση για περιπέτειες και αποφασιστικότητα. Υπάρχουν ψεύτικα μονοπάτια που πολλές φορές θα σε μπερδέψουν, αδιέξοδα με μεγάλα στοπ, ψηλά και χαμηλά εμπόδια. Χρειάζεται και μια αξιόπιστη πυξίδα. Να σου δείχνει τη δική σου, μοναδική θέση στον κόσμο.
Σκεφτόμουν τον λαβύρινθο της ζωής του Σαχαντάντ που βρέθηκε από το μακρινό Πακιστάν, υπάλληλος σε παντοπωλείο, σε έναν δρόμο του κέντρου της Αθήνας. Αναρωτιέμαι από πού πέρασε, από πόσες θάλασσες ταξίδεψε για να φτάσει εδώ; Ποια ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκε στην «Πόλη των Κήπων», τη Λαχόρη; Πότε χόρεψε για τελευταία φορά στη «Γιορτή των Λαμπών» και αν θυμάται εκείνο τον Φλεβάρη που όπως κάθε χρόνο, μαζί με άλλα παιδιά, πέταξε χαρταετό στο «Μπασάντ»;
Ο Σαχαντάντ, γύρω στα τριάντα, φοράει πλεχτό άσπρο σκουφάκι. Μουσουλμάνος. Τον συμπαθούν στη γειτονιά γιατί έχει το ευγενικό χαμόγελο στα χείλη και την αισιοδοξία στο βλέμμα. Στο παντοπωλείο, το μικρό του βασίλειο, όλα καθαρά και τακτοποιημένα.
Τον γνώρισα μια μέρα που ένας φίλος με πήγε εκεί για να αγοράσει «τα καλύτερα σταφύλια». Τα σταφύλια του Σαχαντάντ. «Τα σταφύλια της οργής;» ρωτάω. «Οχι» με πληροφορούν, «ο Σαχαντάντ είναι ευτυχισμένος στην Αθήνα, ένα πράγμα φοβάται μόνο: τη Χρυσή Αυγή». Λογικό, σκέφτηκα. Φύγαμε συζητώντας για τον Στάινμπεκ και το εμβληματικό βιβλίο του «Τα σταφύλια της οργής». Για την κρίση, τη μετανάστευση και τη δύναμη των ανθρώπων που συνεχίζουν να αγωνίζονται μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του κόσμου.
Λίγο καιρό αργότερα έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον φίλο-γείτονα του Σαχαντάντ: «Ξέρεις», μου λέει, «πήγα και έδειξα στον Σαχαντάντ εκείνη τη φωτογραφία που βγάλαμε μαζί του στο μαγαζί και είναι δημοσιευμένη σήμερα στην εφημερίδα.
Δεν πίστευε στα μάτια του, μ’ έβαλε συγκινημένος να του διαβάσω στα ελληνικά πολλές φορές τη λεζάντα που λέει πως θέλουμε να τελειώσει επιτέλους η δίκη της Χρυσής Αυγής! Οταν ξαναπέρασα από κει δεν υπήρχε εφημερίδα στη γειτονιά, τις είχε αγοράσει ο Σαχαντάντ! Βρε, του λέω, εσύ πήρες όλες τις εφημερίδες και δεν βρίσκω; Ναι, μου απαντά δακρυσμένος, να τις χαρίσω στους φίλους μου, που τους δέρνουνε οι χρυσαυγίτες στις γειτονιές του κέντρου!»
Πώς να μην ξαναθυμηθώ τον Στάινμπεκ, «Τα σταφύλια της οργής» και τον ήρωά του, τον Τομ Τζόουντ, που στο τέλος πριν φύγει κυνηγημένος λέει: « Θα ’μαι παντού, όπου κι αν κοιτάξεις. Οπου δίνεται μάχη ώστε πεινασμένοι να φάνε, εγώ θα ’μαι εκεί. Θα υπάρχω στον τρόπο που οι άνθρωποι φωνάζουν όταν εξαγριώνονται.
»Θα υπάρχω στον τρόπο που τα παιδιά γελάνε όταν πεινάνε και ξέρουν πως το φαΐ είναι έτοιμο. Κι όταν οι άνθρωποί μας θα τρώνε ό,τι βγάζουν με τον μόχθο τους και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι θα χτίζουν, εγώ θα ’μαι εκεί».
