Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν αρκετά θυελλώδης στη σκηνή ώστε να συγκρίνεται με τον Ελβις Πρίσλεϊ. Ηταν αρκετά Γάλλος στην ψυχή ώστε να μπορεί να τραγουδά το «Je t’aime» όσο σπαρακτικά χρειάζεται. Ηταν αρκετά σταρ ώστε να αφήσει πίσω του μια ζωή με πέντε γάμους (δύο με την ίδια γυναίκα), παιδιά και έρωτες που έγραψαν ιστορία. Ηταν αρκετά επιτυχημένος ώστε να μπορεί να καμαρώνει για τα 110 εκατομμύρια αντίτυπα των δίσκων του και τον μισό αιώνα μεγαλειώδους καριέρας.

Ηταν ευαίσθητος ώστε να αποθεώνει τις τρυφερές μπαλάντες και καουμπόι ώστε να τραγουδά κάντρι και μπλουζ. Ηταν, όμως, και αρκετά άτυχος ώστε να χτυπηθεί τα τελευταία χρόνια από τον καρκίνο.

Νικήθηκε τελικά χθες ο Τζόνι Χάλιντεϊ από την αρρώστια που πολεμούσε. Τη δύσκολη αποστολή της ανακοίνωσης ανέλαβε η τελευταία σύζυγός του, Λετισιά Χάλιντεϊ, δηλώνοντας: «Ο Τζόνι μάς άφησε. Γράφω αυτά τα λόγια χωρίς να τα πιστεύω. Ωστόσο, είναι αλήθεια. Ο άνθρωπός μου δεν είναι πλέον μαζί μας. Μας άφησε απόψε.

Εζησε όλη του τη ζωή με θάρρος και αξιοπρέπεια». Λίγο νωρίτερα, στις 2 το πρωί τηλεφώνησε στον Εμανουέλ Μακρόν και του ανακοίνωσε ότι ένα εθνικό κεφάλαιο της χώρας έκλεισε. «Ποτέ δεν θα ξεχάσουμε το όνομα, το πρόσωπο, τη φωνή και πάνω από όλα τις συναυλίες του Τζόνι Χάλιντεϊ», δήλωσε ο πρόεδρος της Γαλλίας ενώ, αργότερα, παραφράζοντας τη μεγάλη του επιτυχία «Quelque chose de Tennessee» του 1985, έγραψε στο Twitter: «Ολοι έχουμε λίγο Τζόνι μέσα μας». Σπαρακτική και η αντίδραση των παιδιών του, της Λόρα και του Ντέιβιντ, που έγραψαν: «Σήμερα χάσαμε τον πατέρα μας. Ο πόνος μας είναι τεράστιος».

Ο Ζαν-Φιλίπ Σμετ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1943 από πατέρα Βέλγο (ηθοποιό) και μητέρα Γαλλίδα (μοντέλο), αλλά εγκαταλείφθηκε κι από τους δύο σε μια θεία που δούλευε σε καμπαρέ.

Μεγάλωσε με καλλιτέχνες της νύχτας κι έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα σε ηλικία 9 ετών, υιοθετώντας το όνομα Χάλιντεϊ από έναν Αμερικανό που είχε ερωτευτεί μια ξαδέρφη του. Ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει την αγωνία για επιβεβαίωση, την έλλειψη αγάπης των παιδικών χρόνων· φοβόταν το σκοτάδι και οι προσωπικές του σχέσεις είχαν απίστευτα σκαμπανεβάσματα. Αλλωστε ο εύθραυστος χαρακτήρας του, που αποτυπωνόταν και στον μοναδικό ερμηνευτικό του τρόπο, υπήρξε πάντα μια πλευρά της γοητείας του.

Η στιγμή που άλλαξε για πάντα τη ζωή του ήταν το 1957, όταν είδε την ταινία του Πρίσλεϊ «Loving You». «Η φωνή του, ο τρόπος που κινιόταν, όλα ήταν σέξι. Παρέλυσα με το που τον είδα», δήλωσε ο ίδιος στη «USA Today» το 2000.

Από τη δεκαετία του 1960 που κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια (έγινε είδωλο για τους έφηβους ήδη από το δεύτερο κομμάτι «Souvenirs, Souvenirs») μέχρι πολύ πρόσφατα απασχόλησε τον Τύπο για εντελώς ετερόκλητους λόγους: από τις μουσικές του κατακτήσεις (18 πλατινένια άλμπουμ) και την ευκολία να γεμίζει με 80.000 κοινό το Stade de France, την απόπειρα αυτοκτονίας του στα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι τη μάχη με την κατάθλιψη, την παραδοχή του πόσο ανάγκη είχε την κοκαΐνη για να σηκωθεί από το κρεβάτι, τα 15 χρόνια που πέρασε με τη Σιλβί Βαρτάν, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που ήρθαν ως επακόλουθο των καταχρήσεων.

Και με τον Κ. Γαβρά

Χαμαιλέων και έξυπνος, κατάφερνε πάντα να προσαρμόζει το στιλ του στις ανάγκες της εποχής και να περάσει από τον ερωτισμό των 60s στην ψυχεδελική-ροκ εκδοχή της δεκαετίας του 1970 και από τις δεκάδες κινηματογραφικές του ερμηνείες («Η περιπέτεια είναι περιπέτεια» του Κλοντ Λελούς, «Ντετέκτιβ» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, «Man on the train» του Πατρίς Λεκόντ, «Οικογενειακή υπόθεση» του Κώστα Γαβρά, «Πορφυρά ποτάμια 2» του Ολιβιέ Νταάν κ.ά.) στον ρόλο του Αμλετ σε ομώνυμη ροκ όπερα.

Σήμα κατατεθέν του αποτέλεσαν οι σαρωτικές και συχνά ταραχώδεις σκηνικές του εμφανίσεις – τις 180 και πλέον περιοδείες του παρακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια πάνω από 28 εκατομμύρια άτομα. Οι παραγωγές του ήταν πάντοτε φροντισμένες ώς την τελευταία λεπτομέρεια και συνήθως συνοδεύονταν από απίστευτα εφέ (φλόγες, καπνούς, ελικόπτερα). Οπως γράφει και η «Guardian», υπήρξε τόσο δημοφιλής στη Γαλλία, που κάποτε ο Τζίμι Χέντριξ έπαιξε σαπόρτ σε συναυλία του.

Για τους Γάλλους η απώλειά του είναι κάτι σαν πένθος αβάσταχτο, γι’ αυτό και οι τίτλοι που γέμισαν περιοδικά και εφημερίδες είχαν την υπερβολή που του αρμόζει: «Εφυγε το τελευταίο είδωλο της χώρας», «Αντίο στον γαλλικό μύθο», «Ο βασιλιάς είναι νεκρός» κ.λπ.

Ενώ σχετικά μηνύματα ανέβασαν αστέρες όλων των τεχνών, από τη Σελίν Ντιόν και την Μπριζίτ Μπαρντό, που δήλωσε σοκαρισμένη, μέχρι τον Λένι Κράβιτς, ο οποίος ανέβασε κοινές τους φωτογραφίες, γράφοντας: «Η φιλία, η γλυκύτητά σου και η υποστήριξή σου είναι αποτυπωμένες στην καρδιά μου».