Η 21η διοργάνωση του Φεστιβάλ Θεάτρου της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε με πρώτη παράσταση το «Ανκόρ» και θα ολοκληρωθεί στις 26 Νοεμβρίου. Φέτος θα παρουσιαστεί ένα εκτεταμένο πρόγραμμα θεατρικών και χορευτικών παραστάσεων από την Τουρκία και το εξωτερικό, ενώ θα γίνουν παράλληλες εκδηλώσεις, εκθέσεις, προβολές ταινιών, μαθήματα και εργαστήρια με τη συμμετοχή διεθνών επισκεπτών και εμπειρογνωμόνων.
Το φεστιβάλ, που διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 1989, συνεχίστηκε ανά διετία μέχρι το 2002 όπου επέστρεψε σε ετήσιο κύκλο, διευθύνει η δραστήρια Λεμάν Γιλμάζ, η οποία επιλέγει προσεκτικά παραστάσεις και καλλιτέχνες, έργα κλασικά και σύγχρονα που ανοίγουν νέους ορίζοντες τόσο για το κοινό όσο και για τους ανθρώπους της τέχνης.
Στο φετινό πρόγραμμα παρουσιάζονται συνολικά 55 παραστάσεις από 19 θεατρικά και χορευτικά σύνολα, 6 από το εξωτερικό και 13 από την Τουρκία, σε 18 διαφορετικούς χώρους. Ανάμεσά τους, εκτός από την εναρκτήρια του φεστιβάλ παράσταση «Ανκόρ» του Θόδωρου Τερζόπουλου, το τελευταίο έργο του Γάλλου χορογράφου Angelin Preljocaj «La Fresque».
Επίσης η ιταλική θεατρική ομάδα Tro με το «Farfalle» καλώντας τους θεατές όλων των ηλικιών να δουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια των πεταλούδων, το «Before» του Πορτογάλου σκηνοθέτη Πέντρο Πένιμ, μια παράσταση που μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, αλλά και το δίωρο, φορτισμένο συναισθηματικά «Seuls» του Λιβανοκαναδέζου θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Wajdi Mouawad με θέμα την αναζήτηση του εαυτού.
Ωστόσο, η περίφημη Σαουμπίνε, η οποία θα συμμετείχε στο φεστιβάλ με το έργο του Σέξπιρ «Ριχάρδος ο Γ’» σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ, ματαίωσε το ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας της εύθραυστης πολιτικής κατάστασης που υπάρχει στη χώρα. Σε ανακοίνωσή της τονίζει ότι λυπάται που απογοητεύει το τουρκικό κοινό, αλλά «δεδομένης της υπάρχουσας κατάστασης δεν ήταν δυνατόν να δοθούν εγγυήσεις για την ασφάλεια του θιάσου» και υπόσχεται ότι θα παρουσιάσει τη δουλειά της στο φεστιβάλ «σε καιρούς περισσότερο ειρηνικούς».
«Ο δημιουργός προχωράει σαν πρόσφυγας»
Ζωντανό θρύλο αποκαλούν στην Τουρκία τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Γνώρισαν τη δουλειά του πριν από χρόνια, το 1990, όταν ο σκηνοθέτης παρουσίασε στο AKM Grand Hall της Κωνσταντινούπολης τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Από εκείνη την, όπως λένε χαρακτηριστικά, «μοιραία μέρα» ανακάλυψαν ένα ξεχωριστό είδος θεάτρου που επηρέασε βαθιά την αντίληψη για την τέχνη τόσο του καλλιτεχνικού κόσμου όσο και του κοινού. Γι’ αυτό και περιμένουν με ανυπομονησία τη συμμετοχή μιας παράστασής του στο φεστιβάλ.
Την περασμένη εβδομάδα ταξίδεψε στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Κωνσταντινούπολης το «Ανκόρ», το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Θόδωρου Τερζόπουλου με ερμηνευτές τη Σοφία Χιλλ και τον Αντώνη Μυριαγκό. Η παράσταση παίχτηκε σ’ ένα κατάμεστο θέατρο με θεατές κάθε ηλικίας, Τούρκους και ξένους προσκεκλημένους καλλιτέχνες, φανατικούς θεατρόφιλους, μαθητές δραματικών σχολών.
Πριν από την παράσταση προβλήθηκαν βιντεοσκοπημένα τα δύο πρώτα έργα, «Αλάρμ» και «Αμόρ», και στη συνέχεια ο Θόδωρος Τερζόπουλος υπέγραψε βιβλία της μεθόδου του «Η επιστροφή του Διονύσου». Η ομιλία του με θέμα «Μύθος και πραγματικότητα» προκάλεσε πλήθος ερωτήσεων από ένα ακροατήριο νεανικό, ανήσυχο, διψασμένο για το καινούργιο. Ο Θόδωρος Τερζόπουλος εξήγησε γιατί πιστεύει πως ο μύθος σήμερα αποτελεί το γόνιμο υλικό για τη δημιουργία μιας νέας γλώσσας που θ’ ανοίγει ορίζοντες στο μέλλον προσκαλώντας μας σ’ έναν διάλογο για το νόημα της πρωτοπορίας.
«Ο δημιουργός στην απρόβλεπτη εποχή μας προχωράει από σημείο σε σημείο, σαν πρόσφυγας», είπε στην ομιλία του. «Ο μύθος έρχεται πιο κοντά στο άτομο, παρουσιαζόμενος ως μορφή μνήμης, και η αποφασιστική αυτή στροφή προς τα μέσα αποκαλύπτει πλούσια αποθέματα εσωτερικής ενέργειας και μια σειρά από ψυχοσωματικές λειτουργίες. Ο μύθος προκαλεί τον τρόμο, διότι μας αποκαλύπτει το ατίθασο, το βίαιο, αυτό που δεν μπορεί να δαμαστεί από τον πολιτισμό. Ο μύθος είναι ο εφιάλτης της ανθρωπότητας, όμως από αυτόν τον εφιάλτη γεννιέται ο άνθρωπος».
Επίσης: «Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επιθυμεί τη δημιουργική συνάντηση του σώματος με τον κόσμο, της μνήμης με τον χρόνο, του μύθου με τον λόγο, αλλά αντιθέτως καθυποτάσσει αυτές τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές σε ένα εξουσιαστικό, περιοριστικό, ορθολογιστικό σύστημα αναστολών που δικτατορικά επιβάλλει».
Το «Ανκόρ» παίχτηκε και στις τρεις παραστάσεις που δόθηκαν -προστέθηκε μία επιπλέον ματινέ στις δύο προγραμματισμένες καθώς τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν αμέσως- σε μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, ακόμα και τα σκαλιά στους διαδρόμους πλημμύρισαν από θεατές. Μετά το τέλος της πρώτης παράστασης και λίγο πριν φύγει για το αεροδρόμιο ταξιδεύοντας στη Ρωσία, ο Θόδωρος Τερζόπουλος συζήτησε ξανά με το κοινό που ήθελε να μάθει για τον τρόπο δουλειάς του και για την περίφημη μέθοδό του η οποία διδάσκεται πλέον σε πολλές θεατρικές ακαδημίες στην Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική. Ο σκηνοθέτης ανέλυσε πώς γίνεται το «τραύμα της ζωής» να συνδεθεί με το θέατρο, πώς ενώ το παγκόσμιο σύστημα υπόσχεται τη σωτηρία μέσω πολιτικών και θρησκειών, την ίδια στιγμή ο άνθρωπος οδηγείται όλο και πιο βαθιά στην ενοχή και στον φόβο:
«Δεν κάνουμε θέατρο για να ψυχαναλυθούμε. Ο ηθοποιός αντλεί ορυκτό πλούτο από τις ενεργειογόνες πηγές του σώματός του. Αναπτύσσει συγκεκριμένες τεχνικές για να ξεφοβηθεί, ώστε να ερευνήσει τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξής του, να τη χειραγωγήσει, να συμφιλιωθεί μαζί της».
Ο Θόδωρος Τερζόπουλος μετά την πρώτη κουραστική μέρα πρόλαβε να δει τους ηθοποιούς του, τους Τούρκους καλλιτέχνες με τους οποίους έχει συνεργαστεί σε παραστάσεις στο παρελθόν. Ανάμεσά τους ο Κερέμ Καραμπογκά ο οποίος είναι και πρόεδρος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο, αλλά και ο εκπληκτικός «Προμηθέας» του, ο Γετκίν Ντικινσιλέρ.
Ο Ιστός του πολιτισμού
Η Αννα Μαρία Ασλάνογλου, η οποία μιλάει άριστα την τουρκική και την ελληνική γλώσσα, είχε αναλάβει χρέη διερμηνέα στις συναντήσεις του Θόδωρου Τερζόπουλου με το κοινό. Είναι μία από τους ιδρυτές του φιλόδοξου και δραστήριου εκδοτικού οίκου Ιστός που δημιούργησε το 2012 μαζί με άλλα πέντε μέλη της ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη, στην καρδιά του Καράκιοϊ.
Μεταφράζοντας στην τουρκική γλώσσα ελληνική λογοτεχνία και ποίηση (Καβάφη, Καζαντζάκη, Μάρκαρη κ.ά.) ακόμα και κόμικς, ο Ιστός, ο οποίος απέκτησε κι ένα στέκι καφέ, επεκτείνεται δε σε άλλες δραστηριότητες, όπως την παραγωγή ταινιών με πρόσφατο έργο το «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης» του Γρηγόρη Οικονοµίδη, ντοκιμαντέρ που αναδεικνύει τη συνεισφορά των Ελλήνων αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου της Κωνσταντινούπολης κατά τον 19ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα.
Στη σκιά του φόβου
Η Μεγάλη Οδός του Πέραν ή Ιστικλάλ Τζαντεσί, από τους πιο ξακουστούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης, βρίσκεται στην καρδιά της πόλης, την πιο τουριστική περιοχή. Ενας πεζόδρομος τριάμισι χιλιομέτρων -τώρα γίνονται εργασίες για να κυλήσει ξανά στις ράγες του το γραφικό και ιστορικό τραμ, το δεύτερο παλαιότερο στον κόσμο- ο οποίος αρχίζει από την πλατεία Ταξίμ, φτάνει μέχρι τον Πύργο του Γαλατά και καταλήγει στην πλατεία Τούνελ.
Η Ιστικλάλ είναι ο δρόμος που διασχίζουν καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες, γεμάτος ξενοδοχεία, εμπορικά καταστήματα για κάθε γούστο και για κάθε βαλάντιο, εστιατόρια -κεμπάπ παντού φυσικά-, τα περίφημα ζαχαροπλαστεία, μπαρ, στέκια με ζωντανή μουσική. Τα βράδια ένα πολύβουο πλήθος πηγαίνει πάνω-κάτω, ενώ τα περισσότερα μαγαζιά μένουν ανοιχτά έως πολύ αργά. Μικροπωλητές, περίπτερα με άπειρα είδη βιταμινούχων χυμών σε κάθε γωνιά, υπέροχοι υπαίθριοι οργανοπαίκτες, σχεδόν ο ένας δίπλα στον άλλον, καταγωγής από την Τουρκία μέχρι το Περού…
Περπατώντας χαζεύεις υπέροχα νεοκλασικά του 19ου αιώνα, ιστορικά κτίρια, την καθολική εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάντοβα, τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Σισμανόγλειο Μέγαρο που ανήκει στο ελληνικό προξενείο και στεγάζει πολλές πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, την εκκλησία της Αγίας Τριάδας στην πλατεία και στην άλλη μεριά τη στοά των λουλουδιών, γνωστή ως Cité de Péra, το Λύκειο του Γαλατά, ένα από τα παλαιότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Πόλη.
Κι όμως η αίσθηση ότι κάτι έχει αλλάξει σ’ αυτό το δυτικότροπο, κοσμοπολίτικο σημείο συνάντησης που παραδοσιακά συνένωνε διαφορετικές κουλτούρες και εθνικότητες, είναι παρούσα. Η πλατεία Ταξίμ, ο χώρος της εξέγερσης, των κινητοποιήσεων και των διαδηλώσεων για ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία έκφρασης, δεν είναι πια ίδια. Το μουσουλμανικό στοιχείο έχει αυξηθεί, η πλατεία έχει αναπλαστεί, αστυνομικός σταθμός εγκαταστάθηκε επί τόπου και εκατοντάδες τουρκικές σημαίες κυματίζουν.
Η μετά το πραξικόπημα εποχή δεν είναι εύκολη ούτε για τους Τούρκους ούτε για τους ξένους ούτε για τον τουρισμό. Οι συλλήψεις «υπόπτων» αυξάνονται, τα μέτρα αστυνόμευσης γίνονται ασφυκτικά, δύσκολα διατυπώνεται και η πιο αθώα διαφωνία για οτιδήποτε αφορά τη δημόσια ζωή.
Μιλώντας με τους κατοίκους καταλαβαίνεις τον φόβο, αποφεύγουν να αναφερθούν στην πολιτική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα τους. Μια σκιά στα μάτια, μια βουβή ανησυχία, χωρίς να λένε πολλά αφήνουν να εννοηθεί ότι τίποτα πια δεν είναι εύκολο. Κάποιοι τολμούν να πουν ψιθυριστά: «Καθημερινά συλλαμβάνουν φίλους μας, διανοούμενους, δημοσιογράφους, ακτιβιστές. Ζούμε σ’ ένα τυραννικό καθεστώς εδώ και χρόνια που τελευταία έχει γίνει επικίνδυνο»…
