Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σύγκριση με το συλλαλητήριο του 1992 και η αγωνία να προσεγγίσουν έστω και υποτυπωδώς τον όγκο και το πάθος εκείνου ήταν το κυρίαρχο πρόβλημα τόσο των οργανωτών όσο και των συμμετεχόντων. Και το άγχος της σύγκρισης αποτυπωνόταν στις διαρκείς αναφορές από μικροφώνων για τον συνεχώς «αυξανόμενο» αριθμό των παρισταμένων. Μόνο που η αναπόφευκτη σύγκριση δεν ήταν υπέρ τους.

Γύρω στις δύο το μεσημέρι από τα μεγάφωνα αναγγέλλονταν 130.000 συγκεντρωμένοι, στις δυόμισι… 300.000, στις 3 υπολόγισαν 400.000 και μισή ώρα μετά κατέληγαν στη μαγική αναγγελία: «Είμαστε μισό εκατομμύριο»(!).

Κάθε γνωστοποίηση γινόταν δεκτή με επευφημίες, παρότι μετά τις 3 το μεσημέρι τόσο από την πλευρά του δημαρχείου Θεσσαλονίκης όσο και από τον Λευκό Πύργο είχε αρχίσει η αποχώρηση του κόσμου. Οι διοργανωτές έκαναν συχνή αναφορά στην… επιθυμία τους, «ο κόσμος φτάνει μέχρι το Μέγαρο Μουσικής», διεκδικώντας δηλαδή να εντάξουν στη συγκέντρωση τους περιπατητές της Κυριακής. Η αστυνομία έδωσε αριθμό συγκεντρωμένων γύρω στις 90.000, που είναι πολύ κοντά στην πραγματική εικόνα. Τα πλάνα από τις αεροφωτογραφίες δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες για την έκταση που καλύφθηκε και την πυκνότητα της συγκέντρωσης.

Και επειδή το συγκεκριμένο κοινό αγαπά τις συνωμοσίες, οι συγκεντρωμένοι χθες συζητούσαν μεταξύ τους τη διαδιδόμενη ανακρίβεια ότι «σκοτεινές δυνάμεις» είχαν εγκλωβίσει εκατοντάδες(!) λεωφορεία στα Μάλγαρα. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης κέρδισε κατά κράτος όλους τους υπόλοιπους σε ό,τι αφορά τις αναφορές στο όνομά του και το μέγεθος των αποδοκιμασιών.

Οχι μόνο για τις θέσεις του αλλά και για τις τερατολογίες που ακούγονταν σε όλη τη διάρκεια του συλλαλητηρίου, αφού θεωρήθηκε υπεύθυνος ακόμη και για το ότι τα κινητά τηλέφωνα διαδηλωτών δεν είχαν σήμα. Τα σχόλια για την κυβέρνηση μεταξύ του κοινού δεν ήταν -παραδόξως- στην πρώτη γραμμή και κυρίως συμπυκνώνονταν στο νόημα «ελπίζουμε να πήραν σήμερα το μήνυμα». Μετά τον δήμαρχο, τις περισσότερες αποδοκιμασίες μάζεψε ο διαπραγματευτής Μάθιου Νίμιτς και κυρίως «οι Αμερικανοί και ο ξένος παράγοντας…».

Οι ομιλίες των αγορητών δεν συνεπήραν το πλήθος, η εθνικιστική ρητορική κατάλληλη για τηλεόραση ήταν κούφια για συγκέντρωση, δεν συγκινούσε, ακόμη και οι μαντινάδες απέτυχαν… Οσοι έψαχναν την ένταση την έβρισκαν αποκλειστικά και μόνο στις αποδοκιμασίες ή σε στρατιωτικής μορφής προτροπές τύπου «Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω η Μακεδονία». Νέα συνθήματα δεν υπήρξαν. Για φαντασία, ούτε λόγος.

Ο κύριος όγκος των διαδηλωτών μοιάζει να συγκεντρώθηκε μέσω συλλόγων και ενώσεων Ποντίων, Κρητών, προσκόπων, εφέδρων καταδρομέων, ομίλων αποστράτων κ.λπ. Γνωστοί από την ακροδεξιά τους καταγωγή. Οι πολίτες που είχαν κατέβει κατά μόνας υπολείπονταν κατά πολύ και αποχωρούσαν πολύ νωρίς. Οσοι ήρθαν με τα 284 λεωφορεία που καταμέτρησε η αστυνομία ήταν οι πλέον ενθουσιώδεις, είχαν σαφώς ακροδεξιές ιδεολογικές καταβολές, δεν είχαν ακριβή αίσθηση του χώρου και απλώς μεγαλοποιούσαν τη συμμετοχή του κόσμου.

Τα επεισόδια

Διεσπαρμένοι θύλακες χρυσαυγιτών στις «άκριες» της συγκέντρωσης δεν μπόρεσαν να δώσουν τόνο -ή δεν το επιδίωξαν ή δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να κάνουν φανερή και καθαρή την παρουσία τους- και σε κάθε περίπτωση δεν φάνηκε πουθενά ότι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τους πολίτες. Ξεχώριζαν εύκολα από το ντύσιμο, την οργάνωση και τα υβριστικά συνθήματα που στοχοποιούσαν συλλογικά τους πολιτικούς.

Το πλέον άσχημο επεισόδιο με μια τέτοια ομάδα, που το μόνο ευκρινές χαρακτηριστικό της ήταν το νεαρό της ηλικίας των προσώπων που την απάρτιζαν, σημειώθηκε μπροστά στο Βασιλικό Θέατρο και καταγράφηκε στην αρχή της συγκέντρωσης. Οι νεαροί ηλικίας 16-18 ετών, με μαύρα ρούχα και δικέφαλους αετούς που παρέπεμπαν σε ποδοσφαιρική ομάδα, κοντάρια με ελληνικές σημαίες και πλήρως καλυμμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, προσπάθησαν να προσεγγίσουν την εξέδρα.

Πολίτες που δεν ήταν εξοικειωμένοι με τέτοια εμφάνιση -και δεν τους άρεσαν τα εθνικιστικά συνθήματα ή το υβρεολόγιο εναντίον του δημάρχου που φώναζαν οι νεαροί- θεώρησαν την παρουσία τους προβοκάτσια και τους ζήτησαν να βγάλουν τις κουκούλες.

Η άρνηση των νεαρών οδήγησε σε σύγκρουση, οι συγκεντρωμένοι τούς απώθησαν και με πολύ άγριες διαθέσεις κυριολεκτικά τους πήγαν… καροτσάκι μέχρι την Τσιμισκή. Οι εξηγήσεις για το περιστατικό που κατέγραψε η «Εφημερίδα των Συντακτών» ποικίλλουν.

Αλλοι έλεγαν ότι ήταν «αντιεξουσιαστές που ήθελαν να προκαλέσουν επεισόδια», άλλοι ότι «ήταν φασίστες που ήθελαν να επιβάλουν τα δικά τους». Μάλλον επρόκειτο για ακροδεξιό πυρήνα οπαδών ποδοσφαιρικής ομάδας, καθώς επανήλθαν μία ώρα αργότερα, περισσότεροι, οργανωμένοι σε πορεία, αλλά μένοντας στις παρυφές της συγκέντρωσης συζητώντας επί ώρα μεταξύ τους αλλά μη δοκιμάζοντας κάποια άλλη παρέμβαση.