Καθώς ο πολυεθνικός πόλεμος κατά του «Ισλαμικού κράτους» σε Συρία και Ιράκ βαίνει προς το οριστικό τέλος του, δίνουν και παίρνουν τα διμερή τετ α τετ μεταξύ των ισχυρών «παικτών», που πυροδότησαν και έκτοτε τροφοδοτούν επί εφτά σχεδόν χρόνια τον κατ’ όνομα «εμφύλιο».
Ετσι, μετά τη βαρυσήμαντη συνάντηση και το κοινό ανακοινωθέν των Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν στο Βιετνάμ (με το οποίο αμφότεροι παραδέχτηκαν πως «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» στο συριακό ζήτημα και συμφώνησαν να συνεργαστούν στο διπλωματικό κομμάτι για να δοθεί ένα τέλος στο δράμα), χτες ήταν η σειρά του Ταγίπ Ερντογάν να παρέμβει στον «διάλογο», προτείνοντας –με τον γνωστό τουρκικό «τσαμπουκά»– σε Ρωσία και ΗΠΑ να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τα πολεμικά πεδία!
«Δυσκολεύομαι να καταλάβω αυτά τα σχόλια [σ.σ. των Πούτιν-Τραμπ]… Αν μια στρατιωτική λύση είναι εκτός συζήτησης, τότε αυτοί που το λένε αυτό θα πρέπει να αποσύρουν τα στρατεύματά τους», δήλωσε ο Ερντογάν σε δημοσιογράφους πριν αναχωρήσει για το Σότσι, όπου συναντήθηκε χτες το απόγευμα με τον Ρώσο πρόεδρο.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από λίγες μέρες ο Ερντογάν προειδοποίησε τις χώρες που συνεργάζονται με τους Κούρδους πολιτοφύλακες (δηλαδή βασικά τις ΗΠΑ) να αποσύρουν τους άνδρες τους από τα στρατόπεδά τους γιατί «όποιος είναι με τους τρομοκράτες, θα θεωρείται και αυτός τρομοκράτης»!
Τα επόμενα βήματα
Στην ατζέντα των Πούτιν και Ερντογάν, που διαβεβαίωσαν ξανά τους δημοσιογράφους ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις «έχουν αποκατασταθεί πλήρως» και «βελτιώνονται συνεχώς με εντατικούς ρυθμούς», το κύριο γεύμα ήταν προφανώς τα επόμενα βήματα στο Συριακό, και ιδιαίτερα η πιθανότητα για έναν νέο πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι τουρκικές προτάσεις για «κοινή δράση» με τους Ρώσους στη συριακή επαρχία-κλειδί Αφρίν και βέβαια το γνωστό θέμα με την αγορά του υπερσύγχρονου ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400, που αποτελεί «καρφί στο μάτι» Αμερικανών και ΝΑΤΟϊκών εν γένει.
Το ρωσοτουρκικό φλερτ ή σωστότερα η… λυκοσυμμαχία καλά κρατεί, ιδίως εν μέσω της συνεχιζόμενης απομάκρυνσης της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και οι δύο χώρες συνεργάζονται, υποτίθεται, στενά στη Συρία με στόχο την εξεύρεση «βιώσιμης λύσης» στον πόλεμο.
Πράγματι, οι κοινές προσπάθειες Αγκυρας-Μόσχας είχαν αποτέλεσμα να οριστούν ζώνες αποκλιμάκωσης σε ορισμένες περιοχές της Συρίας, που συνέβαλαν στον περιορισμό των εχθροπραξιών.
Ομως τα βαθύτερα στρατηγικά συμφέροντά τους παραμένουν διαμετρικά αντίθετα, καθώς η Ρωσία είναι ο βασικός «σπόνσορας» και σύμμαχος της Δαμασκού και του Ασαντ, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να υποστηρίζει τους σουνίτες αντάρτες της Ιντλίμπ -που αρνούνται ώς τώρα κάθε πολιτική διευθέτηση με τον προελαύνοντα Ασαντ- και ταυτόχρονα θέλει με κάθε μέσο να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους στα νότια σύνορά της.
Αυτό που τους ενώνει, σε τελική ανάλυση, είναι η αμερικανική παρουσία στο πλευρό των Κούρδων πολιτοφυλάκων και η ανάγκη συμμαχιών εν όψει της τελικής «μοιρασιάς»: θα λέγαμε ότι σε αυτή τη φάση του πολέμου, Ρωσία και Τουρκία, Πούτιν και Ερντογάν, έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον.
Για το εμπάργκο
Το συριακό πρόβλημα δεν ήταν όμως το μοναδικό, καθώς στη συνέχεια ο Ερντογάν θα ταξιδέψει στο Κουβέιτ και το (αποκλεισμένο εδώ και πέντε μήνες από τους γείτονές του) Κατάρ, σε μια νέα προσπάθεια να σπάσει το εμπάργκο.
Το εμπάργκο άλλωστε δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ένα μόνο επεισόδιο στον ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ του σιιτικού Ιράν και των συμμάχων του με την ακραία σουνιτική Σαουδική Αραβία, που τις τελευταίες μέρες έχει επεκταθεί –εκτός από τη μαρτυρική Υεμένη– και στον Λίβανο, με το θρίλερ της παραίτησης (;) του πρωθυπουργού Σάαντ Χαρίρι.
Οι Σαουδάραβες αλλά και οι Ισραηλινοί βλέπουν με ανησυχία την παγίωση των φιλοϊρανικών δυνάμεων (Χεζμπολάχ, Χούτι, σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ κ.ά.) σε ολόκληρη την περιοχή, με τα «γεράκια» του Τελ Αβίβ να κάνουν πλέον λόγο για συνεχή «σιιτικό διάδρομο» μεταφοράς μαχητών και πολεμικού υλικού από την Τεχεράνη ώς τη Μεσόγειο και τον Κόλπο: με την υποστήριξη του Τραμπ, που αποσύρθηκε από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, οι Σαουδάραβες υπό τον νεαρό και πολεμοχαρή πρίγκιπα-διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν αντιδρούν όλο και πιο βίαια, είτε με οικονομικά (βλέπε Κατάρ) είτε με στρατιωτικά (Υεμένη) μέσα, ενώ τώρα απειλούν ευθέως τον Λίβανο.
Και ο «σουλτάνος» Ερντογάν, που αυτοπαρουσιάζεται ως προστάτης των σουνιτών σε όλο τον αραβικό κόσμο, έχει τώρα την ευχέρεια να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή-«ειρηνοποιού» (και) σ’ αυτή την κρίση, προσβλέποντας μελλοντικά οφέλη εκεί που πραγματικά καίγεται – στην κουρδοκρατούμενη σήμερα Ροζάβα, το Αφρίν, το βόρειο Χαλέπι και τα περίχωρα της Ράκα, στη βόρεια Συρία.
