Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή απέδειξε ότι δεν είναι μια δεσμευτική σύμβαση που απαιτεί από τις χώρες να ενεργήσουν για την αλλαγή του κλίματος.
Πράγματι, δεδομένου ότι στη Συμφωνία οι δεσμεύσεις για τις εκπομπές ρύπων ήταν εθελοντικές, καθίσταται σαφές ότι μόνο η συμμετοχή των πολιτών και των πολιτικών θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση ότι οι κυβερνήσεις θα τηρούν τις δεσμεύσεις τους.
Ετσι, το αμερικανικό περιοδικό υψηλής τεχνολογίας «Ars Technica» διερωτάται σε ποιο βαθμό η εκτεταμένη κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των διαπραγματεύσεων της COP21 στο Παρίσι οδήγησε σε μια πορεία συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική για το κλίμα.
Σύμφωνα πάντως με έγγραφο που δημοσίευσε η «Nature Climate Change», η εκτενής κάλυψη μάλλον είχε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Η κατανόηση από τους πολίτες των ζητημάτων που διακυβεύονται βελτιώθηκε ελαφρώς κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης, αλλά δεν άλλαξε πολύ ως προς την αίσθηση της προσωπικής ή εθνικής ευθύνης.
Αντίθετα, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι «αυτή η παγκόσμια εκδήλωση των μέσων ενημέρωσης είχε ελαφρά επιρροή, παρά τη γενικευμένη ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών».
Στη Γερμανία μια ομάδα οικονομολόγων, ψυχολόγων και ερευνητών δημοσιογράφων χρησιμοποίησε τη Συμφωνία των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή προκειμένου να εξετάσει, με αφορμή την COP21, πώς το γεγονός, το οποίο έτυχε εκτενούς κάλυψης από τα ΜΜΕ, μπορεί να μορφοποιήσει τη σκέψη των πολιτών για ένα μείζον ζήτημα, όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής.
Οι επιστήμονες με επικεφαλής των Μίκαελ Μπρούγκεμαν πραγματοποίησαν μια ενδελεχή έρευνα τριών σταδίων θέτοντας μια σειρά ερωτήματα σε περισσότερους από 2.000 Γερμανούς πολίτες, ρωτώντας τις απόψεις τους για την κλιματική αλλαγή πριν, κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της Διάσκεψης για το Κλίμα, αλλά και μετά απ’ αυτήν.
Παρά το γεγονός ότι 2.098 άτομα συμμετείχαν στο πρώτο στάδιο της έρευνας, οι επιστήμονες περιόρισαν το εύρος της στο δεύτερο στάδιο με μια ομάδα ατόμων που εκπροσωπούσαν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της Γερμανίας.
Ετσι, εντέλει συνολικά 1.121 άτομα συμμετείχαν και στα τρία στάδια της έρευνας, η οποία επιχείρησε να καλύψει βασικές πληροφορίες, όπως κατά πόσον είχαν παρακολουθήσει από τις ειδήσεις τη Διάσκεψη, καθώς και το εάν διέθεταν τις βασικές πληροφορίες που αφορούν την πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με ερωτήματα, όπως, λόγου χάρη, τι είναι το Πρωτόκολλο του Κιότο.
Οι πλέον σημαντικές ερωτήσεις, ωστόσο, αφορούσαν το πώς βλέπουν τον ρόλο που μπορούν οι ίδιοι οι πολίτες να διαδραματίσουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και ειδικότερα πόσο αποτελεσματικοί εκτιμούν οι ίδιοι, ή οι κυβερνήσεις τους, πως μπορούν να καταστούν για την αντιμετώπιση του διαρκώς επιδεινούμενου φαινομένου.
Για το τελευταίο αυτό ζήτημα, ακόμα ένα σημαντικό εύρημα της έρευνας αποτελεί το μικρότερο ποσοστό ευθύνης που εκτιμούν πως έχουν οι πολίτες του αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, και ειδικά οι Γερμανοί, απέναντι στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
Το τελευταίο ερώτημα της έρευνας αφορούσε τις συμπεριφορές που θα ήθελαν να αλλάξουν οι πολίτες, από τα μέσα μεταφοράς με τα οποία μετακινούνται μέχρι τις επιλογές που κάνουν στα ψώνια τους, καθώς και κατά πόσον έχουν κινηθεί πολιτικά για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Αγνοώντας το προφανές
Μπορεί καθαρά διαισθητικά να πιστεύει κάποιος ότι η «βαριά» κάλυψη των ζητημάτων που άπτονται της κλιματικής αλλαγής θα οδηγούσε τους πολίτες στη λήψη αποφάσεων τόσο για την πολιτική όσο και την προσωπική τους συμπεριφορά ή εν πάση περιπτώσει να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούν το επίμαχο φαινόμενο.
Κι όμως αυτό, όπως απέδειξε η έρευνα, δεν συνέβη τελικώς, καθώς καταγράφηκαν ελάχιστες αλλαγές συμπεριφοράς τόσο πριν όσο και μετά τη Διάσκεψη των Παρισίων.
Μόνη παράμετρος η οποία προκάλεσε μια μεγάλη αλλαγή στις απαντήσεις των ερωτηθέντων ήταν η σημασία του περιορισμού της υπερθέρμανσης της Γης κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι ορισμένα, έστω λιγοστά, στοιχεία της δημοσιογραφικής κάλυψης του ζητήματος κατάφεραν να «περάσουν» στο μυαλό των πολιτών.
Ωστόσο, όταν ζητήθηκε από τους μετέχοντες στην έρευνα να απαντήσουν ποιες χώρες έχουν επιδείξει υπευθυνότητα απέναντι στο πρόβλημα οι απαντήσεις υπήρξαν μάλλον απογοητευτικές, αφού έδειξαν να επιθυμούν μελλοντικά μικρότερη πολιτική συμμετοχή τους στον αγώνα για τη διάσωση του πλανήτη, ενώ λίγοι ήταν αυτοί που υποστήριξαν ότι η Γερμανία θα μπορούσε να διαδραματίσει μείζονα ρόλο στο ζήτημα.
Συμπερασματικά, ενώ είναι αδύνατον να πει κάποιος με βεβαιότητα ότι η εκτενής κάλυψη της κλιματικής αλλαγής από τα ΜΜΕ έκανε τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι δεν πρέπει να ανησυχούν, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν τους έχει κινητοποιήσει, έστω και συλλογικά, στον βαθμό που θα έπρεπε απέναντι σε ένα φαινόμενο το οποίο απειλεί την ανθρωπότητα.
