Οσοι είχαν την τύχη να βρεθούν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής το βράδυ της Κυριακής 8/10/2017 βίωσαν μια μοναδική εμπειρία.
Στo πλαίσιo των εκδηλώσεων για την Απελευθέρωση της Αθήνας είδαν την παράσταση «Ο κύκλος των μάταιων πράξεων», έργο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα που αναφέρεται στη ζωή και τον θάνατο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Η εμπνευσμένη σκηνοθεσία της Αγγελικής Κασόλα ανέδειξε την πολυσήμαντη προσωπικότητα του Σουκατζίδη, τις δραματικές του περιπέτειες και το τραγικό του τέλος.
Αποκάλυψε το βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα του έργου, ακολουθώντας τη γραμμή της μπρεχτικής αποστασιοποίησης, χωρίς μελοδραματισμούς και ρητορικές εξάρσεις.
Ο Γιάννης Καρούνης σήκωσε στους δυνατούς του ώμους την παράσταση. Με λιτότητα και αυτοσυγκράτηση, με εσωτερική ένταση και αυτοέλεγχο μάς έδωσε την πολυπρισματική εικόνα του ανήσυχου έφηβου, του αταλάντευτου κομμουνιστή, του φλογερού πατριώτη, του ερωτευμένου νέου, του φιλοσοφημένου στοχαστή.
Η Ειρήνη Μελά έπλασε τη Χαρά, αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη, με τρυφερότητα και ευαισθησία, μια Χαρά πιστή, στωική, προσγειωμένη και ταυτόχρονα υψιπετούσα και ονειρική.
Ο Γεράσιμος Γεννατάς μάς έδωσε έναν Φίσερ, διοικητή του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, ψυχρό και κυνικό, πράο και μειλίχιο, τον ναζιστή της διπλανής πόρτας.
Ο χορός των εθελοντών, 100 άντρες και γυναίκες, εμπλούτισε την παράσταση και φόρτισε περισσότερο την ατμόσφαιρα με την έκφραση του ψυχοσυναισθηματικού φορτίου που κάθε εθελοντής κουβαλούσε.
Πως όμως μια καλή θεατρική παράσταση αναβαθμίζεται σε μυσταγωγία; Οι επιπρόσθετοι παράγοντες που διαμόρφωσαν το μυσταγωγικό κλίμα ήταν ο χώρος και οι θεατές.
Ο χώρος, το θυσιαστήριο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής προκάλεσε σε όλους μας ρίγος.
Οι βασανιστικές μνήμες απο-γύμνωσαν καθένα μας από το φορτίο της καθημερινότητας και τον έφεραν αντιμέτωπο με την εφησυχασμένη του συνείδηση και την ευθύνη του απέναντι στη χαίνουσα πραγματικότητα, στην τραγωδία που βιώνουμε, απέναντι στην Ιστορία και στην προοπτική, στην ιδιοτέλεια και τη θυσία, στη χαμοζωή και την υψιπέτεια.
Οποιος βρεθεί στο θυσιαστήριο της Καισαριανής και δεν ανατριχιάσει και δε δακρύσει, πρέπει εναγώνια να αναζητήσει την έκταση και το βάθος της αλλοτρίωσής του.
Οι θεατές ήταν ο άλλος συντελεστής ποιοτικής αναβάθμισης. Παλιοί αντιστασιακοί με τα παιδιά τους, άνθρωποι με αριστερή κουλτούρα και ζωντανή ιστορική συνείδηση και πολλοί νέοι που αναζητούσαν ιστορικές καταβολές και ταυτότητα, μαζί με συγγενείς των 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του ’44.
Νοερά παρούσες ήταν οι σκιές των χιλιάδων δολοφονημένων στη μάντρα της Καισαριανής και η σκηνή του θεάτρου είχε στηθεί σε αυτήν την αιματοβαμμένη μάντρα.
Για όλους μας ήταν συγκλονιστική εμπειρία η στιγμή που ο Φίσερ διάβαζε τα ονόματα των μελλοθανάτων και οι εθελοντές απαντούσαν με ένα «παρών» και μέσα από το πλήθος των θεατών ακουγόταν ένα άλλο «παρών», χαμηλόφωνο και λιτό, σαν λυγμικός ψίθυρος, από κάποιο συγγενή εκτελεσμένου.
Κάποια στιγμή γύρισα δίπλα μου και είδα περήφανο γέροντα με λευκά μαλλιά και ρυτιδωμένο πρόσωπο να λέει «παρών» και τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό του.
Σε αυτό το πρόσωπο είδα την αξιοπρέπεια της «άλλης» Ελλάδας, της Ελλάδας της μνήμης και του ονείρου.
Παράλληλα, το πλήθος των θεατών συνόδευε τους τραγουδιστές συγκινημένο και στο τέλος χειροκροτούσε θερμά, παραβαίνοντας τους κανόνες δεοντολογίας που επιβάλλουν να μη διακόπτουμε τη ροή των θεατρικών δρωμένων.
Οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές διατηρούσαν μια διαλεκτική σχέση με τους θεατές. Μια σχέση αλληλοτροφοδότησης, κατά την οποία ο λόγος, η μουσική και η ποίηση φόρτιζαν την ατμόσφαιρα και οι συγκινημένοι θεατές τροφοδοτούσαν το ψυχοσυναισθηματικό υπόστρωμα και την ευαισθησία ηθοποιών και τραγουδιστών.
Αναφέρω χαρακτηριστικές στιγμές ψυχοσυναισθηματικής ταύτισης: Οταν ο Διονύσης Χριστακόπουλος, γιος του εκτελεσμένου Διομήδη Χριστακόπουλου, τραγούδησε ένα απόσπασμα από το λαϊκό ορατόριο «Μάνα» του Γιάγκου Χαρτοφύλακα.
Οταν η Φωτεινή Βελεσιώτου ερμήνευσε το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Γιάννη Ρίτσου.
Οταν η Κατερίνα Κατσίγιαννη μας θύμισε το δημοτικό «Με γέλασαν μια χαραυγή».
Οταν η Νατάσα Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα ερμήνευσε το τραγούδι «Για την ανάστασή σου λαέ μας» που έγραψαν μελλοθάνατες γυναίκες στις φυλακές Αβέρωφ και το τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα «Ωρα καλή» σε στίχους του ποιητή-αγωνιστή Φώτη Αγγουλέ. Θεατές, χορός και μελλοθάνατοι σιγοτραγουδούσαν δακρυσμένοι, χαιρετώντας «Ωρα καλή συνταξιδιώτες».
Αυτό δεν ήταν θεατρική παράσταση, ήταν σκηνή από αρχαία τραγωδία, ήταν αληθινή μυσταγωγία.
Ελπίζω και εύχομαι αυτή η παράσταση να δοθεί σ’ όλες τις μαρτυρικές πόλεις και στους όμορους δήμους σ’ όλη την Ελλάδα.
Με τη συμμετοχή ντόπιων εθελοντών για τον χορό και με ταυτόχρονες εκδηλώσεις απόδοσης της οφειλόμενης τιμής στην Εθνική μας Αντίσταση.
Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε η προσφυγή στην ιστορική μνήμη και η συγκρότηση ιστορικής συνείδησης είναι θεμελιακή προϋπόθεση για την ανατομία της σύγχρονης πραγματικότητας και τον οραματισμό ενός φωτεινότερου μέλλοντος.
Οι Γερμανοί ξαναήρθαν, η αντίσταση είναι μονόδρομος και μόνον η Ιστορία μπορεί να φωτίσει τα βήματά μας σ’ ένα κόσμο περίκλειστο και απειλητικό.
*Φιλόλογος-πρώην βουλευτής
