Η αγωνία των δεξιών (εκ παραδόσεως) και φιλοδεξιών (οψίμως λόγω τυφλού αντισυριζϊσμού) Mέσων Eνημέρωσης για το κοινωνικό μέρισμα που προτίθεται να μοιράσει η κυβέρνηση. Είναι βέβαιο ότι δεν τους απασχολεί ούτε το ύψος του ποσού ούτε φυσικά ποιες κοινωνικές ομάδες θα το πάρουν. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μην μπορέσει η κυβέρνηση να το δώσει είτε γιατί θα εντοπιστεί «τρύπα» είτε γιατί θα ασκήσουν βέτο οι δανειστές. Εύχονται και τα δύο.
Στο ίδιο μήκος κύματος και οικονομικοί παράγοντες (ΣΕΒ, Προβόπουλος) που αισθάνονται αποστροφή κάθε φορά που ενισχύονται αδύναμες κοινωνικές ομάδες, έστω προσωρινά, γιατί γι’ αυτούς η μόνη σωστή επιλογή είναι οι φοροελαφρύνσεις στους επιχειρηματίες και η κατάργηση δικαιωμάτων των εργαζομένων. Παλιότερα μια συγκεκριμένου τύπου αριστερή τοποθέτηση χαρακτήριζε ψίχουλα όλες τις αυξήσεις, ακόμη κι αυτές που ήταν γενναιόδωρες και προέκυπταν από τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων ύστερα από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Μάλιστα οι πιο ευφάνταστες προσεγγίσεις έκαναν και τη σχετική αντιστοίχιση: «ένα πακέτο τσιγάρα και δύο καφέδες την ημέρα». Σήμερα τέτοιες αυξήσεις δεν υπάρχουν. Μόνον γλίσχρα επιδόματα και έκτακτα βοηθήματα πολύ μικρότερα από τα ποσά που δίνονταν τότε, ωστόσο στις συνθήκες φτώχειας που ζουν πολλοί πολίτες το μέγεθος δεν είναι αμελητέο.
Κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης, κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει συναντίληψη. Ομως δεν υπάρχει. Και ο λόγος είναι προφανής. Οι αντιπολιτεύσεις (χτες ο ΣΥΡΙΖΑ, τώρα η Ν.Δ και η ΔΗ.ΣΥ.) έχουν μια βασική ανάλυση που συνοψίζεται στη φράση: όσο χειρότερα για την κοινωνία τόσο το καλύτερο για μας.
Επί της ουσίας, δύσκολα θα καταφέρει ελληνική κυβέρνηση (η όποια κυβέρνηση) να παρακάμψει την κατάσταση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από τις συμφωνίες που δεσμεύουν τη χώρα. Η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν θα σηματοδοτήσει το τέλος της λιτότητας, αφού η εποπτεία θα συνεχιστεί, θα είναι πιο αυστηρή συγκριτικά με αυτή που εφαρμόζεται σε άλλες χώρες που είχαν μνημόνια και επιπλέον μην ξεχνάμε το «μεγάλο μνημόνιο» που ισχύει για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, δηλαδή το σύμφωνο ανάπτυξης και σταθερότητας.
Το κλειδί πάντως στην ελληνική περίπτωση είναι τα εξωφρενικά πλεονάσματα. Διαφωνούν η κυβέρνηση, η Ν.Δ., η Δημοκρατική Συμπαράταξη και ο κεντρικός τραπεζίτης Γ. Στουρνάρας. Υπάρχει δηλαδή μια βάση ώστε να έχουμε διακομματική συνεννόηση και να ασκηθεί πίεση προς τους δανειστές, κυρίως στους Ευρωπαίους αφού το ΔΝΤ έχει εκφράσει την απαισιοδοξία του για την επίτευξη του στόχου.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες για κοινή γραμμή και τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν να δείξουν διαθεσιμότητα. Κάτι άφησε να διαφανεί επ’ αυτού ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» (20-10-2017): «Ως προς τα πλεονάσματα νομίζω πως όταν έρθει η ώρα μπορούμε από άλλη θέση να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Και να είστε σίγουρος ότι θα το αντιμετωπίσουμε χωρίς ανέξοδη ρητορεία».
Γιά να δούμε…
Ανάγωγα
«Δεν διατάξαμε τους Ελληνες να κόψουν τις συντάξεις», είπε ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε. Τι να υποθέσω τώρα; Ηταν το ΔΝΤ που το απαίτησε; Το ΔΝΤ το ήθελαν οι Γερμανοί και δεν σήκωναν κουβέντα, άρα είναι συνυπεύθυνοι. Ηταν οι ελληνικές κυβερνήσεις που το αποφάσισαν;
Σιγά που θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις να εφαρμόσουν πολιτικές που δεν θα έβρισκαν σύμφωνους τους δανειστές. Μήπως προτείνατε, κ. Σόιμπλε, κάτι άλλο; Γιατί δεν μας το λέτε; Πού ξέρετε, μπορεί να σας στήσουμε εκείνο το άγαλμα που επιθυμείτε.
