Είναι εντυπωσιακή η αμήχανη αντίδραση της Ν.Δ. κατά κύριο λόγο αλλά και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης έναντι του νόμου 4485/17 που ρυθμίζει ζητήματα των ανώτατων ιδρυμάτων.
Αδυνατώντας να αντιτάξουν συνεκτική κριτική ερανίζονται τυχαία αποσπάσματα λόγων και δηλώσεων στελεχών της συμπολίτευσης, τα διαστρεβλώνουν και προβάλλουν αντιρρήσεις που εξαντλούνται σε κατηγόριες περί αναχρονισμών, πελατειακών σχέσεων, κρατισμού και ό,τι άλλο μπορούν να δανειστούν από τη φαρέτρα της αγοραίας ρητορικής.
Επιστέγασμα της αντιπολιτευτικής αδυναμίας υπήρξε η κεντρική ιδέα για την Παιδεία που παρουσίασε ο κ. Μητσοτάκης στον λόγο του στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης -τουλάχιστον όπως την προσέλαβα και δεν νομίζω ότι αντιλήφθηκα λάθος- ότι όλα πρέπει να δοθούν στους ιδιώτες γιατί αυτοί γνωρίζουν για την Παιδεία αυτά που εμείς δεν γνωρίζουμε.
Κοντολογίς, ισοπεδωτική λογική και απλή γκρίνια που φτάνει ώς την αφέλεια και καμιά φορά ώς την ανοησία.
Αυτή η συμπεριφορά καθιστά πρόδηλη την αδυναμία της αντιπολίτευσης να αναγνώσει τη λογική των αλλαγών που προτείνει ο νόμος και να οργανώσει πειστική αντιπολιτευτική κριτική.
Γιατί πράγματι ο ν. 4485/17 διαθέτει συνεκτική εσωτερική λογική. Μεγάλο συμβιβασμό ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο χαρακτήρισε κάποιος τις επιχειρούμενες αλλαγές.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη φανατική μεροληψία του ΥΠΕΠΘ υπέρ του Δημοσίου θα τις χαρακτήριζα καλύτερα έναν τρόπο για το πώς μπορεί να επιλεγούν δομές που προπαγανδίζει ως πανάκεια η αγοραία ρητορική, να αναπλαισιωθούν και να ενταχθούν λειτουργικά στη δημόσια σφαίρα.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Από την πλευρά του ΥΠΕΠΘ αναγνωρίστηκε το γεγονός ότι η οικονομική συγκυρία απαιτεί δάνεια από τη σφαίρα του ιδιωτικού και την υπαγωγή τους στην εξυπηρέτηση της δημόσιας σφαίρας.
Τέτοιες δομές, για τη λειτουργία των οποίων απαιτούνται δίδακτρα, είναι μεταξύ άλλων τα διετή προγράμματα σπουδών, οι δομές Διά Βίου Μάθησης, οι δομές κατάρτισης όπως τα δημόσια ΙΕΚ, τα ΜΠΣ κ.ά.
Ενα βασικό στοιχείο για την αναπλαισίωση αυτών των δομών συνίσταται στην κατάργηση του κερδοσκοπικού τους χαρακτήρα και τη μετατροπή τους σε μηχανισμούς αναδιανομής.
Το μοντέλο είναι σχετικά απλό και αποτυπώνεται καθαρά στη λύση που δόθηκε στην περίπτωση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα: Η επιβάρυνση αφορά τις οικονομικά εύρωστες κοινωνικές ομάδες πάνω από ένα εισοδηματικό όριο.
Τα χρήματα από τα δίδακτρα δεν διατίθενται για αμοιβές διδασκόντων, αυτό είναι κρατική υποχρέωση. Αντίθετα, τα χρήματα διατίθενται για την οικονομική ενίσχυση των οικονομικά αδύναμων φοιτητών, καθώς και για την ενίσχυση των πάσης φύσεως υποδομών που συμβάλλουν στην αναβάθμιση της ποιότητας των δημόσιων ιδρυμάτων και βρίσκονται στη διάθεση του καθενός.
Σε κάτι περισσότερο πολύπλοκο και περισσότερο ενδιαφέρον θα μπορεί να εξελιχθεί το μοντέλο που αφορά μέρος της χρηματοδότησης της λειτουργίας των ιδρυμάτων, εκτός της μισθοδοσίας του προσωπικού.
Συγκεκριμένα, με τη δηλωμένη ένταξή τους στο πλαίσιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης στο επίπεδο των περιφερειών, η λειτουργία των εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων αποκτά ένα ιδιαίτερο κοινωνικό βάρος. Ετσι, μαζί με άλλους φορείς από τη δημόσια σφαίρα -όπως οι δομές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπρόσωποι της κεντρικής κυβέρνησης και των Βρυξελλών-, καθώς και άλλων από τη σφαίρα του ιδιωτικού -όπως τα επιμελητήρια, τα συνδικάτα, άλλους επαγγελματικές ενώσεις-, τα ιδρύματα μπορούν να βρουν στο καμίνι της τοπικής πολιτικής πράξης το κοινωνικό τους περιεχόμενο, να επεξεργάζονται και να παίρνουν μέρος στην εκτέλεση του περιφερειακού σχεδιασμού, καθώς και να διαχειρίζονται το μέρος του προϋπολογισμού που τους αναλογεί.
Με τον τρόπο αυτό τα περιφερειακά κονδύλια προς τα ιδρύματα τίθενται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, υπακούουν αβίαστα στις περιφερειακές προτεραιότητες και υπόκεινται στη δημόσια λογική.
Το προτεινόμενο σχέδιο είναι εξαιρετικά φιλόδοξο, αλλά παρέχει ευγενή κίνητρα κοινωνικής συμμετοχής. Μάλιστα, την ίδια στιγμή που η αντιπολίτευση αδυνατεί να αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται, το εγχείρημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα μεγάλα στοιχήματα της κυβέρνησης, η έκβαση του οποίου απαιτεί τη δραστήρια εμπλοκή της εκπαιδευτικής και ερευνητικής κοινότητας.
*ομ. καθηγητής ΑΠΘ
