Ξεκινήσαμε εντατικά φροντιστήρια να μάθει η Σόνια φαρσί πονήματα του Καβάφη μπας και ρίξει τον Ισπανό. Ανακάλεσα στη μνήμη τα επιγραμματικά. Τα ’παιρνε γρήγορα. Το «Οταν διεγείρονται» έσπασε τον πάγο. Το «Θυμήσου σώμα…» ανέσυρε ανενεργά ορμέμφυτα. Με το «Επέστρεφε» ήρθε ο έρωτας κι οι «Μέρες του 1903» αναβίωσαν αυτούσιες, έπειτα από ογδόντα χρόνια, με αναλλοίωτο, φλογερό πάθος. Μοιραία το βράδυ αλλάξαμε καμπίνες. Θα κοιμόμουν στην ίδια κουκέτα με τη Λίζα, πράγμα που λαχταρούσα ολόψυχα.
Παρά την υψομετρική διαφορά –ξάπλωσα στο επάνω κρεβάτι– η παρθενική μας νύχτα μας σκέπασε με το μαγικό πέπλο της. Κουβεντιάζαμε χαμηλόφωνα με σβηστά φώτα. Η μουσικότητα της φωνής της με μεθούσε. Η ευωδιαστή αύρα της με αναστάτωνε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, παλλόμενη στο πηγαινέλα της ανάσας της. Δείλιαζα να κάνω το πρώτο βήμα. Κώλωνα σαν αμφίγνωμος νιόβγαλτος. Μιλούσα με εκτεταμένες παύσεις. Είχα δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα.
Η πλύση εγκεφάλου, εν τω μεταξύ, απέδωσε καρπούς. Ο Χουάν Γκαρθία παπαγάλιζε καβαφικούς στίχους στα ελληνικά και κατόπιν τους διάβαζε με έπαρση στα σπανιόλικα. Εχοντας στο πιάτο τη μετάφραση, αφομοίωνε σταδιακά και τις πιο σύνθετες λέξεις. Η Σόνια ανέλαβε με αυταπάρνηση να τον μυήσει στη γραμματική και το συντακτικό. Αποδείχτηκε εξαιρετικός ινστρούχτορας και το σχολιαρούδι σπασικλάκι ολκής. Μιλώντας ασταμάτητα μ’ όποιον έβρισκε, πήρε μπρος και σε σύντομο διάστημα η γλώσσα του δούλευε ροδάνι. Παρακαλέσαμε, ωστόσο, την καθηγήτρια να εμπλουτίσει κομμάτι το ρεπερτόριό του. Δεν αντέχαμε άλλο τη στερεότυπη εκφώνηση της «Μονοτονίας» ξανά και ξανά.
Φτάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, ύστερα από συνεχές ταξίδι εξήντα δύο ωρών. Οι Αναφιώτες μάς επεφύλαξαν υποδοχή ηρώων, οι οποίοι γλίτωσαν απ’ του χάρου τα δόντια σε πλοίο που ναυάγησε αύτανδρο, κολυμπώντας μερόνυχτα ώς την ακτή. Δεν υπήρχαν κινητά τότε κι η έλλειψη επαφής μεγιστοποιούσε την αγωνία των οικείων. Οι φίλοι του Κίμωνα και της Δέσποινας, η κυρα-Πελαγία με τα σόγια, η πενταμελής παρέα του Χουάν Γκαρθία και σύσσωμο το νησί μας επευφημούσαν με ουρανομήκεις ιαχές, μόλις φανήκαμε στην καταπακτή. Δεν υπήρχε κανείς να προϋπαντήσει εμάς τους τρεις, μολαταύτα ποτιστήκαμε πλουσιοπάροχα, χατίρι του βασιλικού, σαν διψασμένες γλάστρες.
Το επινίκιο τραπέζι στρώθηκε στην ταβέρνα της Πόπης και παρακάθισαν, ασφαλώς, οι αρχές του τόπου, εκτός απ’ τον πρόεδρο που απουσίαζε στην Αθήνα. Ο Γιώργος ο μπάτσος είχε ρουφήξει ήδη δύο μισόκιλα. Μόνο. Υποβαλλόταν, βλέπεις, σε αποτοξίνωση, αφότου έφθασε με δυσμενή μετάθεση από τη Νάξο, στιγματισμένος αναληθώς για αθεράπευτο αλκοολισμό. Ο Κώστας ο γιατρός –έκανε αγροτικό και στρατιωτικό ταυτοχρόνως– μας εξέτασε ενδελεχώς για υποθερμίες και τα συναφή. Μας έκρινε υγιέστατους. Ο μοναδικός λιμενικός προσήλθε καθυστερημένα λόγω φόρτου εργασίας – το καράβι προσορμιζόταν, αν έδενε, δις την εβδομάδα. Μαζί του πλάκωσαν κι οι εκπαιδευτικοί άμα τη λήξει του εξαώρου. Ο μικρός γιος της μαγαζατόρισσας, ο Γιακουμής, ερχόταν κι έφευγε αστραπή να προλάβει τις παραγγελίες. (Συνεχίζεται)
