Ισίδωρος Ζουργός
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα βιβλία ήταν και αντικείμενα λατρευτικά

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο Ισίδωρος Ζουργός, συγγραφέας εκτενών μυθιστορημάτων που διανοίγονται στο πλατύ αναγνωστικό κοινό, εμπλέκει στο μυθοπλαστικό κάδρο του Ιστορία, συλλογική μνήμη, παραμυθητικό βλέμμα. Διασταυρώνοντας πολύπαθα ατομικά πεπρωμένα με δραματικές συγκυρίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, φιλοτεχνεί μεγάλες ανθρωποκεντρικές τοιχογραφίες με πειθώ και συγκίνηση. Εδώ ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης, που έχει γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως δάσκαλος, μέσα από τις αναγνωστικές καταβολές του φωτίζει κάποιες από τις πτυχές και της λογοτεχνικής διαδρομής του.

Επιμέλεια Μισέλ Φάις

Τα βιβλία ήταν και αντικείμενα λατρευτικά

Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς πώς άρχισαν όλα αυτά. Εχω ακούσει από πολλούς ότι άκουγαν παραμύθια απ’ τις γιαγιάδες τους, κάτι αδύνατο στη δική μου οικογένεια.

Οι προφορικές αφηγήσεις που εγώ θυμάμαι είναι αυτές του πατέρα μου, που με μεγάλωσε με ιστορίες της παλιάς Θεσσαλονίκης.

Σε αυτές όμως τις γοητευτικές ιστορίες, αλλά και στα διάφορα μασάλια που ακούγαμε τότε από δω και από κει, έλειπαν τα βιβλία, η αφή των σελίδων τους, η μυρωδιά τους.

Η δική μου αναγνωστική μνήμη έχει καταγράψει πρώτα τη μυρωδιά του χαρτιού, που δεν θύμιζε το λαδόχαρτο του μπακάλη ούτε τις εφημερίδες της εποχής, που συνήθως βρομοκοπούσαν.

Η μυρωδιά αυτού του τυπωμένου φύλλου ήταν αλλιώτικη, το ίδιο εύοσμη με τη δερματίνη και το μπογιατισμένο χαρτόνι του εξωφύλλου.

Αυτός ο πρώτος οσφρητικός κόσμος με την ένθετη εικονοποιία του είχε κουνέλια, πάπιες με βικτοριανά καπέλα, απογοητευμένους λύκους που έφευγαν κατατροπωμένοι στην τελευταία σελίδα, ένα λιονταράκι -το θυμάμαι χαρακτηριστικά- που δάκρυζε γιατί είχε χάσει τη μαμά του…

Παρελάσεως αρχή ήταν όταν τα βιβλία άρχισαν να μου μιλούν όχι μόνο με εικόνες αλλά και με γράμματα. Σωματοφύλακες, ναυαγοί, πειρατές, ορφανά παιδιά…

Στο σπίτι μας δεν είχαμε βιβλιοθήκη ούτε τηλεόραση, αγαπούσαμε όμως το θέατρο και το ραδιόφωνο και μ’ αυτά πορευόμασταν.

Στις ονομαστικές εορτές -στα γενέθλια τότε δεν έδινε κανείς σημασία- θυμάμαι να καταφτάνουν ως δώρα τα πρώτα βιβλία.

Εμείς και κάποια ξαδέρφια μας αποτελούσαμε μάλλον την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε σε μια ολόκληρη γενεαλογία αγροτών και εργατών.

Τα βιβλία ήταν ένα εργαλείο κοινωνικής ανέλιξης μιας εποχής η οποία πίστευε ότι οι νέες γενιές θα ζήσουν καλύτερα μελετώντας μακριά απ’ τις σβουνιές και τις λάσπες.

Λίγα χρόνια αργότερα η γνωριμία με τον Ιούλιο Βερν στη σειρά Αστέρος μεταμόρφωσε την αναγνωστική συνήθεια σε εμμονικό πάθος. Αγοράστηκαν και οι πενήντα τόμοι με χρήματα από σπασμένους κουμπαράδες και κάλαντα. Ετσι γύρισα όλον τον πλανήτη καθισμένος στο σαλόνι μας που μύριζε παστράδα με φοντανιέρες και κεντήματα στις πολυθρόνες.

Χρόνια αργότερα, σε ένα πολυήμερο ταξίδι, το τρένο σταμάτησε σ’ έναν σταθμό όπου διάβασα με πολλή συγκίνηση το όνομα της πόλης, Amiens. Είναι η πόλη όπου πέθανε ο Βερν στα 1905.

Με κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι την κοιτούσα μέχρι που την αφήσαμε πίσω μας κι έτσι αποχαιρέτησα τελετουργικά τον πρώτο αναγνωστικό μου έρωτα και το κουκούλι της παιδικής ηλικίας που τον τύλιγε.

Χρόνια της εφηβείας και της μοναχικής περιπλάνησης στην πόλη. Το πρώτο βιβλίο, για μεγάλους πια, ήταν στιβαρό, να εμπνέει σεβασμό και φόβο. Το έχω ακόμη: Εντγκαρ Αλαν Πόε, Ιστορίες Μυστηρίου και Φαντασίας, μτφρ. Νίκου Σημηριώτη, εκδ. Δωδώνη, δρχ. 260, πολύ ακριβό για το μαθητικό χαρτζιλίκι.

Στην Α’ Λυκείου Το κουμουνιστικό μανιφέστο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, δρχ. 50, αγορασμένο από πάγκο. Το έφερα στο σπίτι κρυφά και θυμάμαι να παρατηρώ το πρόσωπο του Ενγκελς στο εξώφυλλο σαν να περίμενα να μου πει κάτι περισσότερο απ’ το προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε, ένα μυστικό τάχα μόνο δικό μας. Προς το τέλος του σχολείου ήρθε ξαφνικά ο Καζαντζάκης, φύσηξε μια και σκόρπισε τα πάντα. Θαυμασμός και δόνηση μιας άλλης γλώσσας. Οταν άρχισα να πιάνω όλο και πιο συχνά το μολύβι στα χέρια μου, κατάλαβα πόση δύναμη θα χρειαζόμουν για να προχωρήσω στην εικονική πατροκτονία που η κάθε πνευματική ανεξαρτησία απαιτεί. Την ίδια σκέψη διάβασα χρόνια αργότερα και απ’ τον δικό μας Γιώργο Ιωάννου, την ίδια βάσανο.

Στα κατοπινά χρόνια κατάλαβα ότι τα βιβλία ήταν για μένα όχι μόνο ένα κουβάρι από ιδέες και συναισθήματα, αλλά και αντικείμενα, λατρευτικά ενίοτε.

Αρχισα να ερωτεύομαι για την καλαισθησία τους εκτός από συγγραφείς και ολόκληρες σειρές, την παγκόσμια πεζογραφία του Ζαχαρόπουλου, τη νεοελληνική πεζογραφία της Εστίας, αυτή με τις συναρπαστικές παλιομοδίτικες κουβερτούρες.

Κάποια χρόνια αργότερα προστέθηκαν οι αρχαίοι Ελληνες και οι Βυζαντινοί συγγραφείς στις εκδόσεις Ζήτρος και η σειρά Ναυτίλος από τις εκδόσεις Πατάκη.

Εν κατακλείδι συνεχίζω να ζω την ανάγνωση με το ίδιο πάθος όπως στην πρώτη νεότητα, με την ίδια βουλιμία και ματαιοδοξία να εκπληρώσω όλους τους αναγνωστικούς μου πόθους.

Τα βιβλία ήταν και αντικείμενα λατρευτικά

 Τελευταίο βιβλίο του Ι. Ζουργού είναι το μυθιστόρημα «Λίγες και μία νύχτες» (Πατάκης, 2017)