Ελένη Καπετανάκη-Μπριασούλη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βασικός στόχος της Υ.Α. είναι η προστασία του οικοσυστήματος των παράκτιων ζωνών, «με την προϋπόθεση ότι… δεν παραβλάπτεται η κατά προορισμό χρήση του ως κοινόχρηστου αγαθού». Επίσημος σκοπός της είναι «η παραχώρηση του δικαιώματος της απλής χρήσης… για την άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουόμενους ή την αναψυχή του κοινού, ιδίως για εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής, τραπεζοκαθισμάτων, ομπρελών, ανακλίντρων (ξαπλωστρών) λειτουργία τροχήλατου αναψυκτηρίου… ».

Η νομική κατάταξη των πόρων βάσει του ιδιοκτησιακού καθεστώτος –ιδιωτικοί, δημόσιοι, κοινόκτητοι– σημαίνει ότι το Δημόσιο κατέχει και διαθέτει τα κοινόχρηστα αγαθά σε ιδιώτες ή στο κοινό. Αυτή η κατάταξη διαφοροποιείται από εκείνη που αφορά τη φύση των πόρων. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και τη νομπελίστα Ostrom, δύο προσδιοριστικά χαρακτηριστικά ορίζουν τα «κοινά» – μη αποκλεισιμότητα (για πρακτικούς και ηθικούς λόγους δεν μπορεί να αποκλειστεί κανείς από τη χρήση τους) και αφαιρεσιμότητα (η χρήση από έναν μειώνει την ποσότητα που διατίθεται σε άλλους, γιατί είναι πεπερασμένα, άρα υπάρχει ανταγωνισμός στη χρήση).

Σ’ αυτή την κατάταξη, η κατά προορισμό χρήση των παραλιών είναι, πρωταρχικά, να λειτουργούν ως φυσικά οικοσυστήματα και να προσφέρουν «υπηρεσίες οικοσυστημάτων» που περιλαμβάνουν και πολιτισμικές υπηρεσίες, όπως αναψυχή, κολύμβηση και ήπια θαλάσσια σπορ. Η νομική κατάταξη επιτρέπει την κατά το δοκούν ερμηνεία τής κατά προορισμό χρήσης και την αλλαγή προτεραιότητας των φυσικών λειτουργιών. Η αναψυχή του κοινού, όπως περιγράφεται στην Υ.Α., θεωρείται μια κατά προορισμό χρήση (εξ ου επιτρέπονται κέντρα αναψυχής μέχρι 500 τ.μ.) με προτεραιότητα έναντι του φυσικού προορισμού των παραλιών.

Η Υ.Α. είναι άλλη μία αποσπασματική παρέμβαση σε έναν πολύτιμο φυσικό και πολιτιστικό «κοινό» πόρο: τις παράκτιες περιοχές. Ο σκοπός της είναι καθαρά εισπρακτικός, άλλωστε γι’ αυτό εκδόθηκε και γι’ αυτό όλες οι αυθαιρεσίες συγχωρούνται έναντι ανταλλάγματος (συνήθως πινακίου φακής σε σύγκριση με την επιτελούμενη κοινωνική και περιβαλλοντική καταστροφή). Ομως εγκυμονεί κινδύνους για το άμεσο και απώτερο μέλλον γιατί άπτεται ζητημάτων που επηρεάζουν την οικονομική απόδοση των πόρων.

Στην εκτίμηση του ανταλλάγματος δίνεται προτεραιότητα στην οικονομική αξία της παραλίας, αποδεσμευμένης από την οικολογική και την κοινωνική, που νομοτελειακά οδηγεί σε περαιτέρω περιβαλλοντική υποβάθμιση και κοινωνικό αποκλεισμό όσων δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο τίμημα. Πώς συμβιβάζεται η εκμίσθωση και ιδιωτική χρήση της παραλίας όταν τα εκμισθωμένα τμήματα παύουν πρακτικά να έχουν κοινόχρηστο χαρακτήρα;

Η εκτίμηση αναφέρεται ασαφώς στα «συγκριτικά χαρακτηριστικά» όπου το βάρος πέφτει σε συγκυριακά και μεταβλητά άμεσα οικονομικά δεδομένα, «το αντάλλαγμα της σύμβασης παραχώρησης της ίδιας θέσης των 5 τελευταίων ετών (ή) … των ομόρων με αυτή θέσεων, καθώς επίσης τα πραγματικά δεδομένα, ως προς τις διαμορφωμένες σήμερα αξίες των χώρων αυτών». Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις δεν πληρώνουν για τις υπηρεσίες της φύσης, το ενοίκιο γης και πόρων, που χρησιμοποιούν στην παραγωγή του προϊόντος τους, την αναψυχή…

Ουσιαστικά, η Υ.Α. εκλαμβάνει την παραλία ως οικόπεδο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αποκόμιση οικονομικού οφέλους και αντιφάσκει με τον δηλωμένο στόχο της προστασίας του περιβάλλοντος. Επιτρέπει, όπως επιβεβαιώνει η πραγματικότητα, στα καταστήματα να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στην παραλία. Η προτεραιότητα των ομόρων αντικατοπτρίζει τις ιδιωτικές χερσαίες χρήσεις στην παραλία, μαζί με όλα τους τα προβλήματα, και δημιουργεί ένα «τείχος» κατασκευών που αντιβαίνει στον ουσιαστικό προορισμό της παραλίας ως φυσικού και «κοινού» πόρου.

Η Υ.Α. δεν επιχειρεί ρήξεις με το παρελθόν. Δεν αμφισβητεί ούτε αξιολογεί τις στρεβλές και επιβλαβείς πρακτικές του, αλλά τις νομιμοποιεί και τις υιοθετεί θεωρώντας τόσο αυτές όσο και τον κατακερματισμό των διοικητικών αρμοδιοτήτων δεδομένα. Δεν προτείνει τρόπους διασφάλισης του βασικού στόχου σε συμφωνία με άλλες νομοθεσίες, με εξαίρεση τη νομοθεσία περί προστατευόμενων (φυσικών και αρχαιολογικών) περιοχών, ως εάν οι περιοχές που δεν εμπίπτουν σ’ αυτή τη νομοθεσία δεν έχουν ανάγκη προστασίας και ως εάν εφαρμόζεται η νομοθεσία περί προστατευόμενων περιοχών στο ακέραιο… Για αυστηρά οικονομικούς, αν όχι ουσιαστικούς, λόγους θα έπρεπε να μεριμνήσει για τη διασφάλιση της αποκατάστασης και διατήρησης της καλής κατάστασης όλων των παράκτιων περιοχών.

Ο εισπρακτικός χαρακτήρας, οι θεμελιώδεις παραδοχές και η ασάφεια πολλών εννοιών στην ΥΑ αφήνουν μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στους εμπλεκόμενους, συχνά ασυντόνιστους, φορείς. Τα προβλήματα επιτείνονται από την ανυπαρξία εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης. Δημιουργεί, έτσι, συγκρούσεις χρήσεων της παραλίας και μεταξύ παραλίας και χερσαίων χρήσεων, ενισχύει τις αρνητικές επιπτώσεις των τωρινών συγκρούσεων και δεν τις επιλύει αφήνοντας σιωπηλά, πλην σαφώς, την πολιτική διαδικασία να τις επιλύσει τοπικά και κατά περίπτωση. Με δεδομένα αυτά τα προβλήματα, η χρονική διάρκεια ισχύος της, μέχρι 31.12.2019, είναι μεγάλη και απαιτεί άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις, όπως επιβεβαιώνει και η εμπειρία του καλοκαιριού του 2017. Σημαντικό πρώτο βήμα είναι η απαίτηση εκπόνησης σχεδίου διαχείρισης παραλιών ως προαπαιτούμενο για την εφαρμογή της διορθωμένης Υ.Α.

*καθηγήτρια, Τμήμα Γεωγραφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου