Ο Ζέριν, ένας μοναχικός εργένης, ζει σε μια ήσυχη παραθαλάσσια πόλη απολαμβάνοντας την ανέμελη ζωή που του προσφέρει η οικονομική του άνεση.
Περνάει τις μέρες του χωρίς κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον, με μοναδική εξαίρεση την ανεξήγητη έλξη του για τη Ρουμανία, για την οποία γνωρίζει πολλά χωρίς ποτέ να την έχει επισκεφτεί.
Ξαφνικά μαθαίνει ότι στην περιοχή έχει εγκατασταθεί μια οικογένεια Ρουμάνων και χωρίς να χάσει χρόνο τους προσεγγίζει και προσπαθεί να γίνει πολύτιμο κομμάτι της ζωής τους.
Ενας αγώνας έρωτα και τρέλας ξεκινά και από τις δύο πλευρές, που αναπόφευκτα οδηγεί σε υπαρξιακές αναζητήσεις και επαναπροσδιορισμό ρόλων.
Σε αυτόν τον καμβά κινείται το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη «Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο».
Το βιβλίο κυκλοφορεί στις 6 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κέδρος.
Από το βιβλίο δημοσιεύουμε σήμερα δύο αποσπάσματα που επέλεξε για τις «Νησίδες» ο ίδιος ο συγγραφέας.
Η πρώτη συνάντηση
(Πρώτο απόσπασμα)
Εφτασε μπροστά στην πόρτα τους. Δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα, αλλά ύστερα, χωρίς κανέναν πλέον δισταγμό, χτύπησε. Ενα ισορροπημένο χτύπημα στη μέση της πόρτας, όχι τόσο έντονο ώστε να τους τρομάξει αλλά αρκετά δυνατό για να το ακούσουν. Δεν πέρασε πολλή ώρα, και κάποιος του άνοιξε. Ηταν ο πατέρας. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα αμίλητος. Αλλά κι εκείνος αρχικά δεν έβγαλε άχνα.
«Παρακαλώ, τι θέλετε;» τον άκουσε ύστερα από λίγο να τον ρωτάει, η προφορά του ήταν σχετικά καλή, όχι πολύ βαριά, σίγουρα όμως ξενική.
«Καλησπέρα. Για σας ήρθα, θα σας εξηγήσω», προσπάθησε να φανεί ήρεμος, ενώ στην πραγματικότητα είχε αρχίσει να αγχώνεται.
Ο νεαρός άντρας τον άκουσε, αλλά δεν παραμέρισε για να περάσει. Σκεφτόταν πώς έπρεπε να αντιδράσει, όταν στην πόρτα εμφανίστηκε απορημένη η μητέρα. Από κοντά ήταν ακόμη πιο όμορφη, τα μάτια της πολύ ζωντανά, το πρόσωπό της φωτεινό, τα μαλλιά της έλαμπαν κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, πρώτη φορά την έβλεπε από τόσο κοντινή απόσταση. Μάλλον κάτι ετοιμάστηκε να πει εκείνη, κοιτάχτηκαν φευγαλέα με τον άντρα της, αλλά ο Ζέριν την πρόλαβε.
«Δεν είστε Ρουμάνοι;» έκανε χαμογελαστός, θεώρησε ότι αυτή ήταν η πιο κατάλληλη φράση εκείνη τη στιγμή.
«Ναι… είμαστε», είπε δειλά ο πατέρας. «Είστε συμπατριώτης μας; Είστε κι εσείς από τη Ρουμανία;»
«Οχι ακριβώς… Θα σας εξηγήσω», απάντησε διστακτικά, με τις σακούλες στα χέρια του.
Εκανε έναν μορφασμό σαν να τους προέτρεπε να περάσουν όλοι μέσα, όμως εκείνοι δεν άνοιγαν δρόμο, τα σώματά τους ακόμα μπροστά στην πόρτα. Εκείνη την ώρα ακούστηκε η φωνή του κοριτσιού από μέσα, μιλούσε ρουμανικά, φώναζε τη μαμά του, το κατάλαβε αυτό, προφανώς η μικρή θα ρωτούσε γιατί στέκονταν στο κατώφλι, τι άλλο;
«Τι ακριβώς θέλετε;» πετάχτηκε η μητέρα, το ύφος της δεν ήταν επιθετικό, η καχυποψία όμως ήταν έκδηλη.
Το θεώρησε λογικό, ξαναμίλησε:
«Αγαπώ πολύ τη Ρουμανία, τη χώρα σας. Ηθελα απλώς να πω ένα γεια. Είμαι πολύ χαρούμενος που ήρθατε στην πόλη μας».
Ο αόρατος ιστός
(Δεύτερο απόσπασμα)
Ηταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο, σαν να γνωρίζαμε όλοι με έναν μυστικό τρόπο, από την ώρα που μπήκα στη ζωή τους, ότι εγώ δεν θα εγκατέλειπα ποτέ αυτή την υπόθεση. Απέξω ορισμένοι θα έχουν την ψευδαίσθηση ότι με εκμεταλλεύτηκαν, όχι συνειδητά αλλά λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν, όσοι όμως το σκεφτούν αυτό σίγουρα δεν θα γνωρίζουν τη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Αλλοι, πάλι, θα έχουν την εντύπωση ότι εγώ εξαγόρασα και την τελευταία σταγόνα αυτοδιάθεσης αυτής της οικογένειας, ότι απομύζησα και το τελευταίο δικαίωμά τους να υπάρχουν αυθύπαρκτοι, απαγκιστρωμένοι από τη δική μου ανάγκη. Μάλλον κι εγώ προς αυτή την κατεύθυνση στράφηκα αρχικά, αλλά η ισχυρή πραγματικότητα απέδειξε πως ό,τι έγινε έγινε από μόνο του, εξαιτίας μιας μυστικής δύναμης η οποία γιγαντώνεται τόσο που φτάνει να μεταμορφώνεται σε αδιάψευστη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που ίσως όλοι μας την είχαμε αντιληφθεί από την πρώτη φορά που χτύπησα την πόρτα τους.
Κάτι παράξενο και τελεσίδικο συνέβη όταν πήρα εκείνη την απόφαση. Μια μυστική ένωση, μια χημική αντίδραση μέσα στα σωθικά μου, σηματοδότησε ότι κάτι είχε αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα, είχα διανύσει έξαφνα ένα σύνορο που μέχρι τότε δεν φαινόταν στον ορίζοντα, είχα πάρει αυτό τον δρόμο σχεδόν τυχαία, αλλά με μια ισχυρή συνείδηση μέσα στα ανάστατα σπλάχνα μου. Δεν ήμουν πια μονάχα ένας ήρωας, ήμουν και ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, και αυτό που έκανα δεν μπορούσε να περάσει έτσι. Οταν έφυγαν από το δωμάτιό μου, αφού είχαν ακούσει το νέο για τη σωτηρία του σπιτιού, έκλεισα τις μεγάλες κουρτίνες, ζήτησα να μη με ενοχλήσει κανείς και έκανα τον γλυκύτερο ύπνο της ζωής μου.
Η Ιονέλα ήξερε πια ότι ο αόρατος ιστός που μας ένωνε τόσο καιρό είχε αρχίσει να γίνεται ορατός, ήταν δική μου τώρα, και μετά, και για πάντα. Και δικαιωματικά είχα κατακτήσει το προνόμιο της υποταγής της, μιας υποταγής που στηριζόταν στην πραγματικότητα, σε κάτι απτό και αληθινό, μολονότι δεν μπορούσε να αποσαφηνιστεί εκείνη την εποχή.
