«Νιώθω πως δεν είμαι μόνη στον κόσμο», λέει στον πατέρα της η Βερόνικα (που σημαίνει αληθινή εικόνα) στην ταινία «Η διπλή ζωή της Βερόνικα» του Κριστόφ Κισλόφσκι. Η Βερόνικα χάνεται μέσα σ’ ένα λυρικό κρεσέντο, «καλόγρια» ενός μυστικού ταλέντου, ανήμπορη να αποφύγει τη θέωση, την ταύτιση με την ιερότητα της τέχνης, υποκύπτοντας κι αυτή σ’ έναν τυφλό ιδεαλισμό.
Η άλλη Βερόνικα, που ζει στη Γαλλία με το όνομα Βερονίκ, μαγεύεται με ιερό τρόπο από τη θέωση μιας μαριονέτας, βλέποντας από τον καθρέφτη, δίπλα στη σκηνή, τον μαριονετίστα καλλιτέχνη, που υπηρετεί το παλιό θέατρο της λαϊκής διασκέδασης, το θέατρο των ανδρεικέλων.
Ο σπουδαίος θεατρολόγος Μπερνάρ Ντοτρ, μιλώντας για τις «Μαριονέτες» του Κλάιστ, την τέχνη και τη νουβέλα, λέει ότι υπάρχει ένα «αρχικό αίνιγμα» που επικαλύπτεται από νέα αινίγματα, μέχρι να γίνουν προφανή και μετά πάλι και πάλι. Η Βερονίκ είναι τυχερή. Την ώρα που μαγεύεται ξεμαγεύεται. Βλέπει τον Τρόπο, ζει μέσα από τον έρωτά της για τον μαριονετίστα, τον μάγο, τον μάστορα, την τέχνη της τέχνης. Ζει τη θέωση και την αποθέωση μαζί, τη μυθοποίηση και απομυθοποίηση. Ισορροπεί.
Οι μαριονέτες νικήθηκαν από το θέατρο του λόγου. Νικήθηκε έτσι μια γλώσσα που δεν ήταν φτιαγμένη από γλώσσα. Γι’ αυτό, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν μας έμαθε πως το τελετουργικό αντικείμενο έφυγε από την αγκαλιά της λατρείας. Εγινε αισθητικό, μοναδικό, ατομικοποιημένο, πανθεϊστικό, και μετά το απορρόφησε η πολιτική μορφή. Η μορφή ξέχασε το πρωτότυπο, μπήκε στην κυκλοφορία με τεχνικές χωρίς περιεχόμενο.
Οι Απάτσι, λέει ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ονομάζουνε τον κόσμο «δάσος». Εκεί μέσα πρέπει να χάθηκαν οι λέξεις ή να τις έφαγαν οι πρόσφυγες και οι άποροι. Η Γλώσσα έμεινε χωρίς λέξεις. Ο Αμλετ έλεγε «λέξεις, λέξεις, λέξεις», όχι ενάντια στη γλώσσα, αλλά γιατί είχαν χάσει τις σημασίες τους.
Σ’ αυτό τον πολιτισμό Ασπεργκερ, όπου όλα είναι κυριολεξία, χωρίς μεταφορές, αγνοούνται οι σημασίες που βρίσκονται στο περιθώριο των λέξεων. Οι ρεαλιστές αν δεν βάλουν το χέρι τους να πιάσουν δεν πιστεύουν. Ο Πικάσο και οι φωβιστές, λέει ο Γκοντάρ, έδειξαν ότι υπάρχει κάτι κι έξω απ’ το κάδρο. Πίσω. Δίπλα. Μας έμαθαν να το αισθανόμαστε.
Ενας άλλος Ζαν, ο Μποντριγιάρ, μας είπε πως η Γλώσσα «έχασε την έννοια και μαζί το κάδρο, αλλά και τη σκηνή της ψευδαίσθησης». Ολα έγιναν πολλαπλασιασμός χωρίς πρωτότυπο. Πολιτική μορφή. Εργαλείο. Πληροφορία. Τεχνική. Ολα ψάχνουν τη «γυμνή αλήθεια», αν υπάρχει, που δεν αντέχει κανείς. Πλέον, το σύνθημα είναι: μεγαλύτερη δυνατή διάδοση, μικρότερη δυνατή ένταση γοητείας.
* κριτικός λογοτεχνίας
