Για τις πόλεις-γεφύρια ενός καιρού μακρινού που έβαλε ένα ανολοκλήρωτο στοίχημα, πόλεις-μήτρες δύσκολες μα γόνιμες που είχαν την ευρύτητα να κυοφορούν παιδιά πολλών πατέρων δίχως να σκοτώνουν για «λόγους ηθικής» κανένα, ισχύει ίσως αυτό που έγραψε ο Γκέτε στο Νόημα της Ζωής (του): «Ανήκα ανέκαθεν σ’ αυτό που δεν μπόρεσα να είμαι».
Κι αν η Νέα Υόρκη (ιδίως πριν από τους Δίδυμους Πύργους) υπήρξε η τελευταία ουσιαστικά μητρόπολη του είδους, μεσουράνησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στην περιοχή μας πόλεις όπως η Σμύρνη και η Θεσσαλονίκη.
Η μεγάλη φωτιά που κατέκαψε τη δεύτερη στο τέλος του καλοκαιριού του 1917 υπήρξε ο ουσιαστικός θάνατος της παλιάς μητρόπολης και ταυτόχρονα η γέννηση της λαμπρής ελληνικής συμπρωτεύουσας με «εκκαθαρισμένο» όμως από μειονότητες κέντρο.
Η καταστροφή που σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή (την οποία προς επίρρωσίν της αποδέχθηκαν και οι πράκτορες των ξένων ασφαλιστικών εταιρειών) ξεκίνησε από τη φτωχική συνοικία Μεβλανέ στις παρυφές της Πάνω Πόλης, μπορεί να μη στοίχισε τη ζωή κανενός (εξόν ίσως κάποιων Γάλλων στρατιωτών που σύμφωνα με τον αστικό μύθο εγκλωβίστηκαν σε ένα καπηλειό και στοίχειωσαν την πόλη), αλλά εξαφάνισε τον Αγιο Δημήτριο και δύο ακόμη ορθόδοξους ναούς, το Σαατλή Τζαμί κι άλλα 11 τεμένη, την Αρχιραβινεία και 16 από τις 33 συναγωγές.
Το Δημαρχείο, οι Μεγάλες Τράπεζες, το Ταχυδρομείο, η Εταιρεία Υδρευσης, το Τηλεγραφείο, Σχολεία, Γηροκομεία, Γραφεία Ξένων Οργανώσεων, τα περίφημα φιδόστρωτα των πάνω συνοικιών και τα εκπληκτικά αρχοντικά της λεωφόρου Νίκης είχαν την ίδια τύχη. Αλλά στα πιο σημαντικά θύματα της πυρκαγιάς θα πρέπει να προστεθούν και τα στόματα που δεν μπορούν να κραυγάσουν μα κυοφορούν τις φωνές και τις ζωές μας, τα παιδιά του λόγου δηλαδή: οι εφημερίδες (η Θεσσαλονίκη είχε τον μεγαλύτερο αριθμό εκδοτικής και αθλητικής δραστηριότητας εκείνη την εποχή στην Ελλάδα) όπως και τα δύο σημαντικότατα αρχεία. Του Διεθνούς Φήμης (και ξεχασμένου από το νεοελληνικό κράτος) Κρουσοβίτη Φιλολόγου Π. Παπαγεωργίου που φυλασσόταν στο Ελληνικό Γηροκομείο, με συλλογή 6.000 ιδιόχειρων κυρίως επιγραφών ανά τους αιώνες που προοριζόταν για την έκδοση ενός «Corpus Inscriptionum Thessalonicae», αλλά και το αρχείο της Αρχιραβινείας με σημαντικότατο υλικό από την εποχή της Ισαβέλας και του Φερδινάνδου.
Κι όμως, όπως κάθε τι διττό στη ζωή, μετά την πυρκαγιά (και παρ’ όλο που δεν βρέθηκαν χρήματα για το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Εμπράρ) λεωφόροι ανοίχθηκαν και η πόλη ξαναγεννήθηκε με περισσότερη ρυμοτομική ασφάλεια κι «αέρα»… θυμίζοντας πως όσο βαθιά κι αν ραγίζει ένα γεφύρι κάποιοι το περνάνε…
