Οταν οι… Σαρρήδες κατέστρεφαν το θαυμαστό οικοδόμημα της δωδεκαετίας 2002-14 για την εθνική ομάδα με την πρόσληψη Ρανιέρι, ήταν αδύνατον να έκαναν χειρότερη επιλογή οι… Γκιρτζίκηδες που ακολούθησαν.
Με το φτωχό τους το μυαλό σκέφτηκαν πως θα ήταν καλή λύση να προσληφθεί ένας Γερμανός, για να αναγεννήσει το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα όπως ο Ρεχάγκελ παλιότερα.
Κατέληξαν σε μια… μνημονιακή επιλογή, αυτή του Μίχαελ Σκίμπε. Ενώ ο «Χερ Οτο» είχε μια ιστορία και μπόλικες επιτυχίες ως κόουτς, ο νεαρότερος συνάδελφός του δεν είχε απολύτως τίποτα.
Εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε πως ο Σκίμπε τα πήγε καλύτερα απ’ ό,τι περίμεναν οι περισσότεροι. Κατ’ αρχάς σουλούπωσε τον περιοδεύοντα θίασο που έχασε δύο φορές από τα Φερόε, τον έκανε πάλι ανταγωνιστικό, τον κατέστησε ξανά ομάδα.
Κάπως έτσι δεν χάσαμε στο Βέλγιο και πήραμε δύο ισοπαλίες με τη Βοσνία.
Για την ακρίβεια, ουδείς περίμενε κάτι παραπάνω απ’ αυτόν. Πήρε τη δεύτερη θέση σε έναν δύσκολο όμιλο και απλά θα αποκλειστεί από μια ανώτερη ομάδα σαν την Κροατία στα μπαράζ.
Παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται πως το ταβάνι του είναι χαμηλό. Φάνηκε αυτό στο ανεπίτρεπτο 0-0 με την Εσθονία, φάνηκε και την Πέμπτη το βράδυ στην Κροατία. Δεν είναι η ήττα από την παρέα του Μόντριτς. Είναι ο τρόπος.
Μετά το παιχνίδι, ο ομοσπονδιακός τεχνικός είπε ότι «δεν έκανα πολλά λάθη στον τομέα της τακτικής». Δεν έχει άδικο. Εκανε όμως πάμπολλα λάθη στον τομέα της ψυχολογίας.
Εχοντας μπροστά του ελάχιστες μέρες και δυόμισι προπονήσεις, δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει θαύματα. Το κακό είναι πως ο Σκίμπε επαναπαύτηκε στις… δάφνες από τις εκτός έδρας ισοπαλίες με Βοσνία και Βέλγιο.
Σου λέει, έτσι θα παίξουμε και πάλι και ίσως πάρουμε άλλο ένα θετικό αποτέλεσμα παρά τις απουσίες.
Μέσα στα αποδυτήρια της Εθνικής ελάχιστα άτομα βρίσκονται, οπότε κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Ομως είναι εμφανές πως η ομάδα δεν δουλεύτηκε καθόλου στο ψυχολογικό κομμάτι.
Ενα μπαράζ που κρίνει πρόκριση σε Μουντιάλ πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν «τελικός». Δεν είναι ακόμα ένα παιχνίδι. Είναι κάτι παραπάνω. Γι’ αυτό και δεν νοείται η εικόνα που είδαμε την Πέμπτη στο Ζάγκρεμπ.
Για τα τραγικά ατομικά λάθη σαφώς και δεν ευθύνεται ο προπονητής. Πόσο τυχαίο όμως είναι να έγιναν όλες οι «γκέλες» μαζεμένες σε ένα ματς; Καθόλου, αν δούμε τα λάθη ως απόρροια της γενικότερης εικόνας.
Και το κάδρο έδειξε μια Εθνική άνευρη, άτολμη, φοβισμένη. Οι νεότερες γενιές δεν την έχουν δει έτσι. Η εικόνα της ήταν αντίστοιχη με αυτή του Μουντιάλ του 1994. Τότε με τις τρεις ήττες και τα δέκα γκολ παθητικό.
Επειτα από κάθε άσχημο αποτέλεσμα ανοίγει πάντοτε η κουβέντα για τους παίκτες που παίζουν και δεν παίζουν. Ως… γνωστόν οι καλύτεροι είναι αυτοί που δεν κλήθηκαν ή που έμειναν στον πάγκο. Ομως αυτά γίνονται συνέχεια.
Επίσης η φημολογία ότι αρκετοί ποδοσφαιριστές καλούνται και παίζουν στην Εθνική έπειτα από… απαίτηση διάφορων μάνατζερ ίσως και να έχει βάση. Αλλά αυτά γίνονταν και επί Ρεχάγκελ.
Το θέμα είναι να έρχονται τα αποτελέσματα. Και σύμφωνοι, ο Μπακάκης κάνει καλύτερη σεζόν από τον Γιάννη Μανιάτη που παίζει κάπου στα βάθη της Τουρκίας, αλλά ποιος εγγυάται ότι ο άπειρος παίκτης της ΑΕΚ θα τα πήγαινε πολύ καλύτερα από έναν έμπειρο παίκτη με 50 διεθνείς συμμετοχές;
Σε λίγες ώρες η Ελλάδα φιλοξενεί την Κροατία στη ρεβάνς και αναζητά ένα θαύμα ώστε να περάσει αυτή στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας.
Τι χρειάζεται για να συμβεί αυτό; Μπόλικη τύχη, απόλυτη συγκέντρωση και μηδέν λάθη. Η Κροατία όσο καλούς παίκτες έχει, άλλο τόσο επιπόλαιη είναι. Ενα γκολ και η βοήθεια του κόσμου δεν αποκλείεται να αλλάξουν την κατάσταση και να δώσουν ελπίδες στην Εθνική. Ολοι γνωρίζουμε όμως ότι οι πιθανότητες για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι ελάχιστες, ούτε 5%.
Οπότε πολύ γρήγορα θα τεθεί επί τάπητος η επόμενη μέρα της Εθνικής. Το συμβόλαιο του Σκίμπε ολοκληρώνεται και θα πρέπει γρήγορα να αποφασιστεί με ποιον θα μπει η Ελλάδα στη μάχη για το EURO 2020 και πρώτα απ’ όλα στους αγώνες του νιόφερτου Nations League, που αρχίζει σε δέκα μήνες.
Αν έχει βρεθεί ένα πραγματικό… λαβράκι ή αν η ΕΠΟ αποφάσισε να αυξήσει το μπάτζετ, τότε πρέπει να προχωρήσουμε στον επόμενο.
Αν όμως η επόμενη λύση μοιάζει αμφίβολης ποιότητας, τότε είναι προτιμότερο να μείνει ο Γερμανός.
Γνωρίζει καλύτερα τα κατατόπια και έχει μια ευκαιρία για διάκριση, αφού στο EURO 2020 προκρίνονται όλες οι δεύτερες ομάδες των προκριματικών, συν άλλες τέσσερις από το Nations.
Κι αν περάσει στα τελικά, θα έχει πετύχει και πάλι τον σκοπό του. Να φέρει ξανά τη χώρα μας στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Το να ξαναπάρουμε το EURO απλά… δεν θα γίνει. Ούτε είναι εύκολο δύο σερί προκρίσεις σε νοκ άουτ φάσεις, όπως έκανε το ’12 και το ’14 ο Σάντος. Για να φτάσουμε στο σημείο να μας υπολογίζουν όλοι, πρέπει να γίνουν προσεκτικά και σωστά βήματα.
Η παρουσία του Σκίμπε δεν προμηνύει μεγάλες επιτυχίες, μολαταύτα εγγυάται τη μίνιμουμ σταθερότητα. Κι αυτό δεν είναι αμελητέο, όπως διαπιστώσαμε στο πρόσφατο παρελθόν.
